Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ, ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΕΝΙΚΗΣ Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ

Ο μοτοσικλετιστής
Τι ν’ απόγινε άραγε
Εκείνος ο θορυβοποιός
Της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
Να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
Με τις φρένες μας
Εδώ μέσα
Στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
Που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου
Το νέο φεγγάρι
Άκουσα θόρυβο παράξενο
Να ‘ρχεται από ψηλά
Και μου φάνηκε πως τον είδα
Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα
Να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού
Κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του
Να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
Μια ωραία φωτογραφία
Να τη στείλω στο κορίτσι μου
Έτσι πάνω στη μοτοσικλέτα μου
Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
Το καινούργιο μου πέτσινο
Το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
Και κείνο του θανάτου
Το αναπόφευκτο

Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική λογοτεχνική γενιά. Σ’ αυτήν κατατάσσονται λογοτέχνες γεννημένοι ανάμεσα στα 1929 και 1940, που διαμορφώνουν το λογοτεχνικό τους πρόσωπο στα χρόνια 1955-70.
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, έχει εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές (Ψυχή και τέχνη, Περίπτωση σιωπής, Τα τοπία που είδα, Θαλασσινό Ημερολόγιο, Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών κ. ά.), καθώς και διηγήματα και δοκίμια.
Η ποιητική της πορεία μπορεί να χωριστεί σε δυο περιόδους: στην πρώτη χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι «η εναγώνια αναζήτηση τρόπων προσέγγισης, ή, έστω επαλήθευσης του άλλου, του υπερβατικού, αφού είναι εμφανής η βεβαιότητα της ποιήτριας ότι όλα όσα την περιβάλλουν, ακόμα και τα πιο καθημερινά και αυτονόητα, τα πιο θνησιγενή, αποτελούν, εντέλει, μαρτυρίες της ύπαρξης μιας άλλης πραγματικότητας που, μολονότι είναι μακρινή και ανεξακρίβωτη, της καθιστά το παρόν αδιάφορο και σκυθρωπό»1
Στη δεύτερη περίοδο που αρχίζει με το Θαλασσινό Ημερολόγιο (1981), «η στάση της διαφοροποιείται. Γνωρίζοντας ότι δεν της ανήκει παρά η διαρκώς εκτεθειμένη στο ενδεχόμενο της φθοράς και του τέλους ζωή της, περιορίζεται σε ό,τι άμεσα την περιβάλλει και την ευαισθητοποιεί. Εγκαταλείπει τη χιμαιρική, όπως αποδείχτηκε, αναζήτηση κάποιων μοναδικών και έξω από τα κοινά ανθρώπινα μέτρα εμπειριών και αρκείται στην απλή, πολυσήμαντη ωστόσο καθημερινότητά της. Την οποία για να εμπλουτίσει, για να της προσδώσει βάθος, καταφεύγει σε στιγμές και σε πρόσωπα της ατομικής της ιστορίας και της προσωπικής της μυθολογίας, με αποτέλεσμα να γίνεται αισθαντικότερη, τρυφερότερη και αμεσότερη και, το κυριότερο, να προσγειώνεται η έμφυτη μεταφυσική της προδιάθεση, πνευματικοποιώντας συγκεκριμένα πρόσωπα (τον πατέρα, τη μητέρα, τις φίλες κ.ά.) και μνήμες του μακρινού της παρελθόντος.»2
«Ο ποιητικός της λόγος είναι σύντομος, πυκνός και περιεκτικός, με αφηγηματικούς τόνους. Εκφράζεται με συγκρατημένο λυρισμό και κάποια μελαγχολία, για να συγκρατήσει και να διασώσει από τη φθορά ό,τι καθημερινό και μικρό αξίζει να διαφυλαχθεί. Γιατί, μέσα στο απλό και καθημερινό, προσπαθεί να βρει την ουσία της ζωής, το βαθύτερο παλμό των πραγμάτων και των όντων»3.

Η ποιητική συλλογή Θαλασσινό ημερολόγιο

Ο μοτοσικλετιστής ανήκει στη συλλογή Θαλασσινό Ημερολόγιο (1981). «Η συλλογή αποτελείται από τριάντα τρία ολιγόστιχα ποιήματα, με γλώσσα απλή, καθημερινή και προπάντων σωστά προσαρμοσμένη στην ποιητική εμπειρία. Αυτό που διαπνέει τα ποιήματα είναι η πίκρα, η απογοήτευση, αυτό που αμετάκλητα χάθηκε. Η μνήμη εντοπίζεται στην κατοχή, στον πατέρα, στη μητέρα αλλά και στην καθάρια ματιά της σύγχρονης πραγματικότητας, ιδωμένη με έναν σχεδόν λανθάνοντα λυγμό, βρίσκοντας έτσι την κάθαρση»4
Είναι μια συλλογή αναμνήσεων, στιγμών και γεγονότων μιας περασμένης ζωής, που η νοσταλγική αναπόλησή της δεν επιδιώκει να την ωραιοποιήσει. Η θάλασσα (στοιχείο άλλωστε σύμφυτο με το γενέθλιο χώρο της ποιήτριας), παρεμβαίνει διαρκώς στους στίχους:
Θυμάμαι το καλοκαίρι
Εκείνο το πικρό καλοκαίρι
…………………………
Τη θάλασσα που δε χάρηκα
Εικόνες από τη θαλασσινή φύση, δελφίνια, χελιδονόψαρα, μέδουσες, «κορίτσια τρυφερά/ξαπλωμένα στην άμμο», έρχονται στη σκέψη της κι ανάμεσα σ’ αυτές τις εικόνες πρόσωπα οικεία, ο πατέρας, η μητέρα, ο παππούς, ο γείτονας, νέοι εργάτες, πρόσωπα που υπήρξαν κάποτε και δεν είναι τώρα πια. Ανάμεσά τους κι ο νεαρός Μοτοσικλετιστής, ένα από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.








Το ποίημα
Το ποίημα αποτελείται από τρεις εικόνες, δομώντας το έτσι σε τρία μέρη-ενότητες, δοσμένες σε τρία στροφικά συμπλέγματα.

ενότητα α΄, στ. 1-10
Το ποίημα αρχίζει ως εσωτερικός μονόλογος, με μια ερώτηση που η ποιήτρια απευθύνει στον εαυτό της, απορώντας τι να έχει γίνει «εκείνος ο θορυβοποιός της νύχτας». Η απορία φανερώνει πως τώρα πια, ή εδώ και καιρό, δεν κάνει την εμφάνισή του. Την απορία ακολουθεί η περιγραφή του «θορυβοποιού». Κύριο γνώρισμά του, αφού απ’ αυτό και μόνο τον χαρακτηρίζει, ο θόρυβος και η ενόχληση ασφαλώς που προκαλεί στους άλλους. Ενισχυτικό της ενόχλησης και οι τέσσερις τελευταίοι στίχοι της ενότητας. «Δίχως φρένα», δηλαδή με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Επίσης «να παίζει με τις φρένες μας», δηλαδή να παίζει με τα νεύρα μας, να μας τρελαίνει, προπάντων γιατί η ηχορύπανση προκαλείται τη νύχτα, την ώρα του ύπνου, την ώρα της ξεκούρασης, ταράσσοντας την εύθραυστη ψυχική μας ισορροπία. Σαν μια επιπλέον ενόχληση στο μυαλό μας («στο κρανίο»), που ήδη είναι «σακατεμένο», υποφέροντας από τα τόσα άλλα δεινά της εποχής μας. Παίζοντας με τις λέξεις φρένο-φρένες η ποιήτρια αισθητοποιεί την ενοχλητική και θορυβώδη παρουσία του νεαρού στη γειτονιά.
Ο στίχος «καβάλα στο μηχανικό του ζώο» αποτελεί μια μεταφορά που συνειρμικά οδηγεί τη σκέψη σε άλλες εποχές. Το άλογο των ιπποτών έχει γίνει τώρα ένα «μηχανικό ζώο». Έμμεσα υποβάλλεται ο δεσμός, η αγάπη, η στενή σχέση αναβάτη και ζώου-μοτοσικλέτας, αλλά ταυτόχρονα και η αντίθεση. Κάθε άλλο παρά ιπποτική συμπεριφορά χαρακτηρίζει το σύγχρονο ιππότη της ασφάλτου. «Δεν είναι ο τροβαδούρος της νύχτας, αλλά ο θορυβοποιός. Δεν είναι καβαλάρης σε άλογο, αλλά σε μηχανή. Δεν κραδαίνει σημαία ή ρομφαία κατά των αντιπάλων του, αλλά την άσφαλτο και μάλιστα χωρίς φρένο. Δεν παίζει κιθάρα ή φλάουτο κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του, αλλά παίζει με τις φρένες (με τα νεύρα) των κουρασμένων ανθρώπων της πόλης»4
Πολύ επιτυχής, περιεκτική και πρωτότυπη η λέξη «κραδαίνει», όπως χρησιμοποιείται εδώ. Κραδαίνω σημαίνει σείω κάτι εναντίον κάποιου, κουνώ απειλητικά (κραδαίνω το δόρυ, τη γροθιά κλπ). Κραδαίνει την άσφαλτο, την ταρακουνά, την κάνει να σείεται λόγω της ταχύτητας και του θορύβου, αλλά ταυτόχρονα υποκρύπτεται και η έννοια της απειλής. Απειλής για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό του, όπως θα φανεί στη συνέχεια.
Το όλο ύφος και το περιεχόμενο της πρώτης ενότητας μπορεί να εκφράζει την ενόχληση που ο νεαρός μοτοσικλετιστής προκαλεί στους γύρω του, το ερώτημα όμως της ποιήτριας (τι ν’ απόγινε άραγε…) υπονοεί μια έγνοια συμπάθειας, ένα ενδιαφέρον τρυφερότητας από μέρους της. Κι ανάμεσα στους στίχους αιωρείται η τραγική αλήθεια.

ενότητα β΄, στ. 11-20

Η ενότητα αυτή, βγαλμένη από τη φαντασία, σε αντίθεση προς την πρώτη ενότητα που είναι μια πιστή απόδοση της πραγματικότητας, έρχεται να δώσει απάντηση στο ερώτημα με το οποίο άνοιξε το ποίημα. Στον ονειρικό κόσμο της φαντασίας μας οδηγούν οι λέξεις «μεσονύχτι», «νέο φεγγάρι», αλλά και η επιφύλαξη «μου φάνηκε». Η ποιήτρια δεν είναι βέβαιη, της φάνηκε, νομίζει, όπως συχνά συμβαίνει στα όνειρά μας. Έντονα αντιθετικές οι εικόνες της δεύτερης προς την πρώτη ενότητα:

Α΄ ενότητα Β΄ ενότητα

θορυβοποιός ↔ άγγελος
άσφαλτος ↔ δρόμος τ’ ουρανού
κραδασμοί ↔ παράξενος θόρυβος
παίζει με τις φρένες μας ↔ κοιτάζει περίλυπος
μηχανικό ζώο ↔ σπασμένο καθρεφτάκι

Ο θάνατος, που επήλθε σε μια μοιραία στιγμή, μεταμόρφωσε το νέο σε άγγελο που κοιτάζει την ποιήτρια περίλυπος από το καθρεφτάκι του. Σ’ ένα μεταφυσικό επίπεδο (χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αγαθοπούλου) στο μέλλον, ο οχληρός και απειλητικός καβαλάρης, ο ιππότης της ασφάλτου, μετουσιώνεται σε ιδανικό ιππότη στις λεωφόρους τ’ ουρανού. Γίνεται ένας άγγελος, υπονοώντας πιθανότατα όχι μόνο το θάνατό του, αλλά και την ομορφιά και τη λεβεντιά της νιότης. Εντούτοις η αιώνια ζωή και τα αείζωα νιάτα που κέρδισε με το θάνατο, δεν φαίνονται ικανά να τον αποζημιώσουν για την πρόσκαιρη ζωή που έχασε. Το μοναδικό επίθετο με το οποίο χαρακτηρίζεται, «περίλυπος», κλείνει μέσα στην απλότητά του όλη την οδύνη και τον πόνο που αισθάνεται ο νεαρός μοτοσικλετιστής.

ενότητα γ΄, στ. 21-33

Στην τρίτη και τελευταία ενότητα ο μονόλογος μετατρέπεται σ’ έναν υποθετικό διάλογο, αφού η αφηγήτρια φαντάζεται (και εμείς ακούμε) το μοτοσικλετιστή να της μιλάει σε β’ ενικό πρόσωπο. Την παρακαλεί να του βγάλει μια φωτογραφία για να τη στείλει στο κορίτσι του. Ζητάει να τονίζονται σ’αυτήν όλα τα στοιχεία που θεωρεί αναπόσπαστα γνωρίσματα της προσωπικότητάς του: η μοτοσικλέτα, το πέτσινο, το κράνος. Κι ο ίδιος «να σιάζει τα σγουρά μαλλιά του», μια στάση που φανερώνει τα νιάτα, την ομορφιά, το νεανικό ναρκισσισμό ίσως.
Να υποκρύπτεται άραγε σ’ αυτή την παράκληση και η επιθυμία διατήρησης της μορφής όπως υπήρξε πριν από τον τραγικό χαμό του, πριν απ’ τη μοιραία πρόσκρουση που πιθανότατα μαζί με το καθρεφτάκι κομμάτιασε και τη δική του μορφή; Να υπαινίσσεται άραγε την παραμόρφωση ή τον αφανισμό του προσώπου του, μα που τώρα θα’ θελε να το αποκαταστήσει για πάντα στη μνήμη της αγαπημένης του, όπως εκείνη το ήξερε; Ίσως.
Αλλά «προπάντων», δηλαδή αυτό κυρίως, την παρακαλεί να απεικονίσει στο πρόσωπό του τον «ίλιγγο», τη ζάλη, τη μέθη, την ψυχική έξαρση που του προκαλούσε η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε τη μοτοσικλέτα. Αλλά συνάμα και το «αναπόφευκτο του θανάτου». Ίσως με αυτό υπονοεί την έκφραση που θα πήρε το πρόσωπό του τα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής του, όταν συνειδητοποίησε ότι ο θάνατος ερχόταν, ή ακόμα και τη διαρκή πρόκληση του θανάτου που, παρά την αλαζονεία και την παντοδυναμία της νιότης, υποσυνείδητα ήξερε πάντα ότι θα ερχόταν, αλλά δεν τον φοβόταν. Δεν τον λογάριαζε, οιστρηλατημένος από τον έρωτα της ζωής, το αείζωο πάθος μιας ανυπόταχτης νιότης που θέλει να επιβάλει την ύπαρξή της και την ιδιάζουσα κουλτούρα της. Από την εποχή του μυθικού Ικάρου, που αψηφώντας τις συμβουλές του πατέρα του προσήγγισε τον ήλιο και βρήκε το θάνατο, η αψηφισιά του κινδύνου υπήρξε πάντα χαρακτηριστικό των νέων.
Η καταφανής επιθυμία του νεκρού πια μοτοσικλετιστή να διατηρεί τους δεσμούς με τον κόσμο των ζώντων παραπέμπει στα δημοτικά μας τραγούδια. Γι’ αυτό π.χ. ο ετοιμοθάνατος κλέφτης παρακαλεί όταν θα τον θάψουν

(…)και στη δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παραθύρι,
να μπαίνει ο ήλιος το πρωί και το δροσιό το βράδυ,
να μπαινοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια,
και να περνούν οι γέμορφες να με καλημεράνε
(Του κλέφτη το κιβούρι)

Την ίδια επιθυμία για τον απάνω κόσμο εκφράζει και η λυγερή:

Μια κόρη τους παρακαλεί, τα χέρια σταυρωμένα.
«Για πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνου κόσμο»
(Η λυγερή στον Άδη)

Στοιχεία τεχνικής
Η ποιήτρια κινούμενη με εικόνες ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, εκφράζεται με άκρα λιτότητα τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στη διατύπωση, πράγμα που δίνει στο λόγο της καθημερινότητα, οικειότητα, αμεσότητα.
Μια ιδιοτυπία στη μορφή του ποιήματος είναι η πλήρης κατάργηση των σημείων στίξεως, χαρακτηριστικό όχι μόνο της Αγαθοπούλου αλλά και άλλων ποιητών της γενιάς της. Η τεχνική αυτή επιτρέπει ποικίλους συνειρμούς και ερμηνείες. Συχνά δεν ξέρουμε σε ποια λέξη ανήκει ένα επίθετο ή αν η ποιήτρια αναρωτιέται, θαυμάζει ή απλώς δηλώνει. Το ποίημα αφήνεται ανοιχτό στον καθένα από μας.
Ο λόγος στο μεγαλύτερο μέρος κινείται αφηγηματικά, αλλά μέσα στην αφήγηση υποβόσκει το δράμα που θα προβάλει έντονα στην τελευταία στροφή. Ο αφηγηματικός λόγος διακόπτεται από το διάλογο του τελευταίου μέρους, που γίνεται μεν στο παρελθόν μεταξύ του μοτοσικλετιστή και της ποιήτριας, αλλά δίνεται άμεσα και όχι σε πλάγιο λόγο (δεν είναι αφηγημένος διάλογος), ακριβώς για να αποτυπώσει στη συνείδησή μας την ιδανική και λυπημένη μορφή του μοτοσικλετιστή.

Επιλογικά

Το ποίημα αλλιώς αρχίζει και αλλιώς τελειώνει. Η αρχική εικόνα του νεαρού που μόνο ενόχληση και αγανάκτηση προκαλεί στους γύρω του, είναι επιφανειακή. Με τη μεσολάβηση της ποιήτριας το ριψοκίνδυνο παιδί έγινε το σύμβολο της ανυπότακτης νιότης. Στην ηλικία που η έννοια της ελευθερίας προσδιορίζεται με διαφορετικές παραμέτρους απ’ αυτές που υποδεικνύει η φρόνηση και ο ορθός λόγος. Ο νέος επιλέγει τον κίνδυνο, γοητευμένος από τον ίλιγγο της ταχύτητας, που συνιστά γι’ αυτόν πρόκληση και πειρασμό ακαταμάχητο.
Εντούτοις η λύπη που αισθάνεται, η επιθυμία διατήρησης της επικοινωνίας με τον «απάνω κόσμο», επισημαίνει την ιερότητα της ζωής και καταξιώνει τη διατήρησή της. Υψώνει τα νιάτα, την ομορφιά, τη ζωή σε αξίες απόλυτες και ιερές. Με ποιητικούς όρους σχολιάζεται μια τραγική διάσταση της σύγχρονης ζωής, η θυσία των νέων στο Μολώχ της ασφάλτου.

Παράλληλο κείμενο

Ως παράλληλο κείμενο μπορεί να δοθεί το ποίημα του Βύρωνα Λεοντάρη «Οδόσημο κινδύνου» (Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γ΄ Τεύχος, Γ΄ Ενιαίου Λυκείου, ΟΕΔΒ, σ. 99)
Στο ποίημα αυτό ο ποιητής καταθέτει τη μαρτυρία του για έναν αδικοχαμένο φίλο του που, όπως κι ο νεαρός μοτοσικλετιστής, «χάθηκε στη φονική στροφή», πιθανότατα από υπερβολική ταχύτητα κι αυτός. Στο σημείο του θανάτου του οι φίλοι του έστησαν ένα μικρό «οδόσημο», ένα «ξύλινο ομοίωμα ναΐσκου», τέτοιο που σε πολλούς δρόμους συναντάμε. Μα τα χρόνια που πέρασαν ρήμαξαν το εικονοστάσι και μόνο μια μισοσβησμένη ημερομηνία κι ο φίλος που καταγράφει το περιστατικό θυμίζουν πια το νεκρό.
Πολλές είναι οι ομοιότητες των δυο ποιημάτων. Και τα δυο αναφέρονται σε θανάτους νεαρών προσώπων που οφείλονται στην αγάπη τους για την ταχύτητα, στην αψηφισιά από μέρους τους του κινδύνου και του θανάτου. Εμφανής και στις δυο περιπτώσεις η θλίψη γι’ αυτούς τους άδικους χαμούς, έντονη η προσπάθεια να τους κρατήσουμε τουλάχιστον στη μνήμη μας. Στο «Μοτοσικλετιστή» με τη φωτογραφία, στο «Οδόσημο» με μια ημερομηνία στο σημείο θανάτου. Ενώ όμως στο πρώτο ποίημα η ρομαντική φαντασία της ποιήτριας εξιδανικεύει το θάνατο μετριάζοντας τη θλίψη, στο δεύτερο οι απαισιόδοξες σκέψεις αφήνουν μόνο ένα κατακάθι πίκρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου