Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΒΙΖΥΗΝΟΥ

ΔΙΚΤΥΑΚΗ ΠΗΓΗ ΑΠΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ, ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ.

ΠΛΑΝΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

1. Εισαγωγή στη Λογοτεχνία. Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

2.Το ηθογραφικό διήγημα. Ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός.


Τάσεις στη νεοελληνική πεζογραφία, κατά το 19ο αιώνα – η γέννηση του διηγήματος

1770 - 1820 1830 – 1880
Ρεύμα: Διαφωτισμός
Είδος: κλασικιστικά, διδακτικά κείμενα Ρεύμα: Ρομαντισμός
Είδος: μυθιστόρημα
Εγκυκλοπαιδιστές Νέο επιστημονικό ρεύμα: Θετικισμός
Μοναδικό μέσο επαφής του συγγραφέα με το αναγνωστικό κοινό: βιβλίο. Νέο μέσο: περιοδικό:
- δίνει την ευκαιρία παρουσίας της ελληνικής διηγηματογραφίας
- τεμαχίζει την ολική γνώση

Λαογραφικό κίνημα (1871 κ. ε. )

Νέο γραμματολογικό είδος: έντεχνο ηθογραφικό διήγημα

Zola: αντικατάσταση της φαντασίας “par l’ etude exacte des choses et des etres”
Παπαδιαμάντης: «βαθείαν των πραγμάτων μελέτη»
Παλαμάς: «επισταμένην μελέτη του πραγματικού»

«Έτσι αποδραματοποιημένος, ειρηνικός, βουκολικός, ένα κράμα από Ζολά και Θεόκριτο, ο νεοελληνικός νατουραλισμός είναι έτοιμος, στα 1883, ένα χρόνο πριν εισαχθεί από το Ν. Γ. Πολίτη ο όρος «λαογραφία», ν’ ακολουθήσει τις νέες διαδικασίες προσφοράς και ζήτησης» (Π. Μουλλάς, Νεοελληνικά Διηγήματα, σελ. μ΄).

Διήγημα: ένα από τα κυριότερα είδη του λογοτεχνικού λόγου (εκτός από τη νουβέλα και το μυθιστόρημα).
Χαρακτηριστικά:
Ι. Περιστρέφεται γύρω από ένα κύριο γεγονός και πρόσωπο (ήρωας).
ΙΙ. Περικλείει δευτερεύοντα επεισόδια και πρόσωπα που φωτίζουν τα κύρια.
ΙΙΙ. Τοποθετείται σ’ έναν ορισμένο τόπο και χρόνο.
ΙV Παρουσιάζει πιθανότητα και αληθοφάνεια.
V. Έχει κάποιο σκοπό.
Αφηγηματικά μέσα:
Ι. Διήγηση ή αφήγηση: επιτυγχάνεται χρονολογικά (κανονική σειρά των γεγονότων) ή αναστροφικά (αναδρομές).
ΙΙ. Περιγραφή: δίνει ζωντάνια – αισθητοποιεί πρόσωπα και πράγματα.
ΙΙΙ. Διάλογος (σπάνια και μονόλογος): προσδίδει ζωντάνια και φυσικότητα.
Είδη διηγημάτων:
Ι. Ηθογραφικά
ΙΙ. Κοινωνικά
ΙΙΙ. Αστυνομικά
ΙV. Ψυχολογικά
V. Ιστορικά
κ. ά.

Η Γενιά του 1880

 Ποίηση: παρνασσιστές (ηγετική φυσιογνωμία: Κωστής Παλαμάς) και συμβολιστές (μετά το 1898)
 
Αντιρομαντικοί

Έμπνευση από την κλασική παράδοση

Έμβλημα: απάθεια

Ιδανικό: άψογη μορφική εμφάνιση των ποιημάτων Αντίθεση προς παρνασσισμό, νατουραλισμό και προς ορισμένες υπερβολές του ρομαντισμού.

Έκφραση εσωτερικού κόσμου μέσω συμβόλων

Διαισθητική πρόσληψη ιδεών

Μουσικότητα, υποβλητικότητα λέξεων

Μυστικισμός

 Πεζογραφία: διήγημα – ηθογραφία / Προδρομική μορφή:Δημήτριος Βικέλας/ Εγκαινίαση νέου είδους: Γεώργιος Βιζυηνός.

πεζογράφοι:
 αντιρομαντικοί (απομνημονευματογράφος και όχι ιστορικός αφηγητής)
 επηρεασμένοι από το κίνημα της λαογραφίας (νέα μέσα προσέγγισης του παρόντος και
του παρελθόντος)
 νατουραλιστές και ρεαλιστές
 

Ο νατουραλισμός (από τη λατιν. λέξη natura = φύση) συναντάται στη λογοτεχνική κριτική είτε ως συνώνυμο του ρεαλισμού είτε ως λογοτεχνικό έργο με ενδιαφέρον ή αγάπη για τη φύση. Τέλος, εκφράζει το λογοτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε από το ρεαλισμό και επηρεάστηκε από τα επιστημονικά δεδομένα του 19ου αι. (θεωρία του Δαρβίνου, κοινωνιολογία του Κοντ,…), κατά το οποίο εξωτερικές και εσωτερικές δυνάμεις (φύση – κοινωνία, καταβολές – ασυνείδητο) επηρεάζουν και περιορίζουν τη λογική κρίση και την ηθική ευθύνη του ατόμου. Χαρακτηριστικά του νατουραλισμού:
- έμφαση στην ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων, ώστε να καταδειχτούν οι δυνάμεις που την περιορίζουν,
- προβολή της συμπεριφοράς των ανθρώπων ως αποτέλεσμα διαθέσεων της στιγμής,
- εξονυχιστική περιγραφή – προκλητική θεματολογία.
Ο ρεαλισμός (από το λατιν. επίθ. realis= πραγματικός), ξεκινά ως λογοτεχνικό κίνημα από τη Γαλλία το δεύτερο μισό του 19ου αι. με τον Flaubert και μια ομάδα συγγραφέων (οι αδελφοί Zola, o Concourt, o Maupassant κ.ά.) και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Βασική θέση των Γάλλων ρεαλιστών είναι η αρχή «πρέπει να αφήνουμε τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους».
Θεματολογία: οικεία και κοινά θέματα.
Τάσεις (είδη) ρεαλισμού:
-ψυχολογικός (λ.χ. Ντοστογιέφσκι:
έμφαση σε έρευνα – απεικόνιση
του εσωτερικού κόσμου),
- σοσιαλιστικός ρεαλισμός,
- δραματικός,
- ποιητικός.

Σχέση ρεαλισμού - νατουραλισμού
Ομοιότητες Διαφορές
- Αναπαράγουν την ανθρώπινη μορφή με την περιγραφή και την οργάνωση εξωτερικών ενδείξεων σε όλο.
- Εσωτερικός μονόλογος - Ο ρεαλισμός επιχειρεί μια όσο γίνεται πιστή αναπαράσταση φαινομένων με ακρίβεια και αυστηρότητα για να δώσει την αντικειμενική πραγματικότητα.

Βιβλιογραφία

1. Ανθολογία – Γραμματολογία, Η Ελληνική Ποίηση. Π. Γ. Μερακλή, Ρομαντικοί, τόμ. Ε΄, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 1977.
2. Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, εκδ. ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 1998, σελ. κγ- μ΄.
3. Γ. Αν. Μαρκαντωνάτος, Βασικό Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1996, σελ.205-206, 240.

Σημείωση: μπορείτε να συμβουλευτείτε και το σχολικό βιβλίο «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Β΄ Τάξης Ενιαίου Λυκείου, σελ.72-75.


2. Ο συγγραφέας, Γεώργιος Βιζυηνός. Η ζωή και το έργο του.

3. Τεστ ανάγνωσης (για την ερμηνεία του έργου απαιτείται μία τουλάχιστον πρώτη ανάγνωση από τον κάθε μαθητή στο σπίτι). Το έργο. Ενότητες, θέματα.

ΟΛΙΓΟΛΕΠΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

KΕΙΜΕΝΟ: Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ, ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ.
ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ:………………………………………………………..
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:……………………………………………………………….

Να ελέγξετε την ορθότητα των παρακάτω προτάσεων, τοποθετώντας στο κουτάκι το γράμμα «Σ» ή «Λ», για να δηλώσετε το σωστό ή το λάθος αντίστοιχα.

1. Το έργο εκδόθηκε μετά το θάνατο του Βιζυηνού στο περιοδικό Εστία.

2. Ο Γιωργής είναι ο πρωταγωνιστής του κειμένου. 

3. Η μητέρα και ο Γιωργής είναι τα μοναδικά πρόσωπα του κειμένου. 

4. Το “αμάρτημα” αναφέρεται στο τέλος του έργου. 

5. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και ο αφηγητής έχει μηδενική εστίαση. 

6. Η αφήγηση είναι γραμμική, ακολουθεί τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. 

7. Ο αφηγητής δε μας αποκαλύπτει την αλήθεια από την αρχή. Ακολουθεί τη μέθοδο της πλάνης και της αποσπασματικής πραγματικότητας. 

8. Ο Γιωργής ζηλεύει με έκδηλο τρόπο τα αδέλφια του. 

9. Στο κείμενο υπάρχει και μία αδελφή, η Αννιώ. 

10. Η Αννιώ είναι η μοναδική αδελφή του Γιωργή. 

11. Η μητέρα εξομολογείται το “αμάρτημα” και λυτρώνεται. 

12. Το κείμενο τελειώνει με τη σιωπή του αφηγητή. 

Αξιολόγηση: 11 και άνω: άριστα, 9-10:πολύ καλά, 7-8:μέτρια (καλά), 4-6 σχεδόν καλά, 0-3: ανεπαρκώς.



4. Πραγμάτευση των ενοτήτων. Ζητήματα τεχνικής (G. Genette και C.Bouth) και ιδεολογικά στοιχεία.

Η αφηγηματική θεωρία του G. Genette – Διαγραμματική προσέγγιση βασικών όρων

- Αφήγηση

Ι. Το εκφώνημα της αφήγησης, το σημαίνον (το προϊόν της εκφώνησης, δηλαδή το αφηγηματικό κείμενο)

ΙΙ. Η διαδοχή των πλαστών ή πραγματικών γεγονότων για τα οποία γίνεται λόγος στο κείμενο, το σημαινόμενο (τα γεγονότα που εκτίθενται στο λογοτεχνικό κείμενο)

ΙΙΙ. Η ίδια η αφηγηματική πράξη, η ενέργεια , η πράξη του αφηγείσθαι.

- Αφηγηματική κατάσταση

Ι. Συγγραφική αφηγηματική κατάσταση: εξωτερική οπτική γωνία – αφήγηση σε γ΄ πρόσωπο (παρεμβολή, σε α΄ πρόσωπο, προσωπικών σχολίων του αφηγητή) : παντογνώστης αφηγητής

ΙΙ. Προσωπική αφηγηματική κατάσταση: εσωτερική οπτική γωνία – αφήγηση σε γ΄ πρόσωπο – ο αναγνώστης μαθαίνει όσα υποπίπτουν στην αντίληψη ενός προσώπου

ΙΙΙ. Πρωτοπρόσωπη αφηγηματική κατάσταση: το αφηγηματικό εγώ ταυτίζεται με ένα από τα πρόσωπα της αφήγησης, συνήθως με το κύριο πρόσωπο (τον ήρωα)

- Αφηγηματικοί τρόποι

Ι. Διήγηση

ΙΙ. Μίμηση :  πρωτοπρόσωπη αφήγηση
 διαλογική αφήγηση
 μικτή αφήγηση


- Αφηγηματικός χρόνος

Ι. Εξωκειμενικοί χρόνοι:  Ο χρόνος του πομπού
 Ο χρόνος του δέκτη
 Ο χρόνος των γεγονότων

ΙΙ. Εσωκειμενικοί χρόνοι:  Ο χρόνος της ιστορίας (αφηγημένος χρόνος)
 Ο χρόνος της αφήγησης (αφηγηματικός χρόνος)

Συνήθως οι δύο εσωκειμενικοί χρόνοι δε συμπίπτουν. Ο αφηγητής παραβιάζει τη χρονική αλληλουχία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αναχρονιών.

Αναχρονίες:  Προλήψεις
 Αναλήψεις

- Αφηγηματική ανάλυση
(διερεύνηση ακολουθιών στην αφήγηση, την ιστορία και την αφηγηματική πράξη)

Ι. Τάξη (χρονική ακολουθία του αφηγήματος)

ΙΙ. Διάρκεια ή ταχύτητα (σύμπτυξη ή επέκταση επεισοδίων)

ΙΙΙ. Συχνότητα ( αναλογία, ανάμεσα στο πόσες φορές συνέβη ένα γεγονός στην ιστορία και στο πόσες εξιστορείται)

ΙV. Έγκλιση:  Απόσταση (διερεύνηση : εάν υπάρχει διήγηση ή μίμηση)
 Προοπτική (βλ. οπτική γωνία)

V. Φωνή:  εξωδιηγητικός – ετεροδιηγητικός αφηγητής
 εξωδιηγητικός – ομοδιηγητικός αφηγητής
 ενδοδιηγητικός – ετεροδιηγητικός αφηγητής
 ενδοδιηγητικός – ομοδιηγητικός αφηγητής


- Οπτική γωνία

Ι. Μηδενική εστίαση
Αφηγητής> ήρωα της αφήγησης: ο αφηγητής γνωρίζει περισσότερα από τον ήρωα

ΙΙ. Εσωτερική εστίαση
Αφηγητής = ήρωας της αφήγησης: ο αφηγητής γνωρίζει όσα και ο ήρωας
 Σταθερή εσωτερική εστίαση: η αφήγηση στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην οπτική γωνία ενός και μόνο αφηγηματικού ήρωα
 Μεταβλητή: το εστιακό πρόσωπο μεταβάλλεται
 Πολλαπλή: το ίδιο γεγονός παρουσιάζεται περισσότερες φορές βάσει της οπτικής γωνίας διαφορετικών αφηγηματικών προσώπων

ΙΙΙ. Εξωτερική εστίαση < ήρωα της αφήγησης: ο αφηγητής γνωρίζει λιγότερα από τον ήρωα. - Αφηγηματικές μέθοδοι Ι. Αφήγηση (περιγραφή) ΙΙ. Διάλογος (δραματοποίηση) ΙΙΙ. Ελεύθερο πλάγιο ύφος ( πιστή απόδοση από τον αφηγητή ανεκδήλωτων ως εκείνη τη στιγμή σκέψεων ή συναισθημάτων ενός χαρακτήρα της αφήγησης – γ΄ πρόσωπο – παρελθοντικός χρόνος) ΙV. Εσωτερικός μονόλογος ( το περιεχόμενο της συνείδησης ενός προσώπου – α΄ πρόσωπο – παροντικός χρόνος) V. Σχόλιο (παρεμβολή γνωμών και κρίσεων του αφηγητή, βλ. και: αφηγηματικοί τρόποι). ΟΙ ΑΦΗΓΗΤΕΣ Ι. Οι αφηγητές κατά τον Wayne C. Booth Δραματοποιημένοι Μη δραματοποιημένοι Κριτήριο= η συμμετοχή τους ή όχι στην ιστορία που αφηγούνται Συνειδητοποιημένοι Μη συνειδητοποιημένοι Κριτήριο= κατά πόσο έχουν συνείδηση της αφηγηματικής τους λειτουργίας Προνομιούχοι Περιορισμένοι Κριτήριο= η βαθιά ή επιφανειακή γνώση των γεγονότων που αφηγούνται Αξιόπιστοι Αναξιόπιστοι Κριτήριο= κατά πόσο μπορούμε να τους εμπιστευτούμε για όσα μας λένε ΙΙ. Οι αφηγητές κατά τον Gerard Genette Εξω – διηγητικό επίπεδο Ενδο – διηγητικό επίπεδο Ετεροδιηγητική σχέση Όμηρος Σεχραζάτ Ομοδιηγητική σχέση Αυτοβιογραφικού τύπου αφήγηση Οδυσσέας Οι λειτουργίες που επιτελεί ο αφηγητής κατά τον Genette Α. αφηγηματική Β. οργανωτική Γ. επικοινωνιακή Δ. πιστοποιητική Ε. ιδεολογική Τα αφηγηματικά επίπεδα κατά τον Genette Εξω – διηγητικό επίπεδο = αφήγηση πράξεων και γεγονότων εξωτερικών προς το κείμενο Διηγητικό ή ενδο – διηγητικό επίπεδο= η κύρια αφήγηση Μετα – διηγητικό ή υπο- διηγητικό επίπεδο= δευτερεύουσα αφήγηση, ενσωματωμένη στην κύρια ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1. Γ. Φαρίνου – Μαλαματάρη, Αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987. 2. Ά. Τζούμα, Εισαγωγή στην αφηγηματολογία, Παν/κές παραδόσεις, Αθήνα 1994. 3. Γ. Αν. Μαρκαντωνάτος, Βασικό Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1996. Σημείωση προς τους μαθητές: μπορείτε να συμβουλευτείτε και το σχολικό βιβλίο «΄Εκφραση – Έκθεση» της Α΄ Τάξης του Λυκείου, σελ. 253 –327, και κυρίως τις σελίδες 272-273, 282-286. 5. Ανασυγκρότηση του έργου σε όλο. Παρατήρηση της πλοκής, αλλά και των τεχνικών. Η λειτουργία της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, η ιδιαιτερότητα του αφηγητή του Βιζυηνού, ο τύπος της εστίασης και η αποσπασματική πραγματικότητα, οι αφηγηματικοί τρόποι, οι αφηγηματικοί χρόνοι, η εγκιβωτισμένη αφήγηση και η συμπλήρωση- αποκατάσταση της αλήθειας,… Παράδειγμα: επιμέρους σχόλια, όπως προκύπτουν από την ανάλυση όλου του έργου Ο ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ “ Ένα μου φαίνεται βέβαιο, πως ο αφηγηματικός κόσμος του Βιζυηνού στο σύνολό του στηρίζεται σε μια σειρά αντιθέσεων που τον τοποθετούν σ’ ένα ενδιάμεσο ή μεταβατικό στάδιο: ανάμεσα στη διήγηση και στη μίμηση, στην “histoire” και το “discours” του Beneviste, στο μυθιστόρημα και το διήγημα, στο ρομαντισμό και το νατουραλισμό, στην καθαρεύουσα και τη δημοτική, στη λόγια (γραφτή) και τη λαϊκή (προφορική) έκφραση κτλ.» (Π. Μουλλάς, ς΄). ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ « Η ψυχογραφία, επομένως, φαίνεται πως αρχικά τουλάχιστον υπηρετούσε την πρόθεση για την εξασφάλιση της πραγματολογικής της διάστασης. Όταν, όμως, η πρόθεση αυτή προχωρεί στην αφηγηματική υλοποίησή της, τότε η ψυχογράφηση των χαρακτήρων διεισδύει όλο και πιο βαθιά στους λαβυρίνθους του ψυχισμού τους, όπου τελικώς αποκαλύπτεται η απουσία μιας ασφαλούς συνείδησης της πραγματικότητας. Με τον τρόπο αυτόν ο Βιζυηνός, οδηγώντας την ψυχογραφία στις ακραίες συνέπειές της, φτάνει στο σημείο να παρουσιάζεται πως τη χρησιμοποιεί όχι ως έσχατο μέσο εξασφάλισης της πραγματολογικής διάστασης, αλλά ως καταλύτη της συνείδησης του πραγματικού» (Β. Αθανασόπουλος, Νέα Εστία,1411). Ο ΘΑΝΑΤΟΣ « … ό,τι σημαδεύει ανεξίτηλα τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι μια μνήμη ώριμη να συνθέσει τη «Νέκυιά» της, επιστρέφοντας διαρκώς σ’ ένα παρελθόν σφραγισμένο με την παρουσία του θανάτου. Έργο – προσκλητήριο νεκρών: το οικογενειακό κοιμητήρι προσφέρεται πλουσιοπάροχα σε τέτοιες αναδρομές… Ο θάνατος δεν αποτελεί απλό φυσικό γεγονός. Βίαιος τις πιο πολλές φορές, εμφανίζεται συχνότατα ως απότομη ανατροπή της νόμιμης τάξης: η ζυγαριά γέρνει απαράδεκτα (και όχι για πρώτη φορά) προς τη μεριά της αδικίας» (Π. Μουλλάς, πε΄). ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ « Οι άνθρωποι του Βιζυηνού είναι προικισμένοι με ατομικότητα και καταλαμβάνουν το χώρο που τους αναλογεί, όχι ως «νευροσπαστούμενα σιγιλάρια», αλλά ως συμπληρωμένες ηθικά και ψυχικά προσωπικότητες. Οι ήρωες … θυμίζουν τραγικούς ήρωες της Αττικής δραματουργίας καθώς παρουσιάζουν τα εξής δύο βασικά χαρακτηριστικά τους: 1) όταν καταστρατηγούν την αξία κάποιου ηθικού κανόνα και «υβρίζουν», δεν έχουν άμεση επίγνωση της ενοχής τους, και 2) όταν συνειδητοποιούν το μέγεθος της παραβάσεως καταρρέουν ψυχικά και το πρώτο που συλλογούνται είναι να χαριστούν στις αδυσώπητες μυλόπετρες της αυτοτιμωρίας» (Θ. Παπαθανασόπουλος, Νέα Εστία, 1418). «Από το περιβάλλον αυτό (ενν. Βιζύη – οικογένεια) ξεκινά, ως αφηγητής, ο Βιζυηνός. Από εδώ αρχίζει για ν’ απλωθεί και να φτάσει στη γενικότερη ανθρώπινη περιπέτεια και τραγωδία. Το μερικό και ατομικό του βίωμα γίνεται πανανθρώπινο. Ανυψώνει σε πανανθρώπινο το ηθικό και ψυχικό του δράμα» ( Ν. Τσούρας, Νέα Εστία, 1418). « Ο κόσμος του Βιζυηνού λειτουργεί ανθρωποκεντρικά και ανθρωπομορφικά. Το ανθρώπινο δράμα είναι ο μόνος σκοπός που αγιάζει τα αφηγηματικά μέσα…» (Π. Μουλλάς, ρα΄). Η ΕΝΟΧΗ Τα πρόσωπα της ενοχής: η μητέρα (που άθελά της έπνιξε το παιδί της), ο αφηγητής (που ζήλεψε τη μητρική αγάπη προς την ασθενική Αννιώ). Η μητέρα και ο αφηγητής ζητούν την εξιλέωση: η μητέρα, υιοθετώντας φτωχά κορίτσια κι ο γιος, επιζητώντας τη συγχώρεση της μάνας. Το αίσθημα της ενοχής της μητέρας δεν αίρεται. Ομοίως και το αίσθημα της ενοχής του γιου, καθώς η ενοχή του ότι γεννήθηκε αντί της κόρης κι ότι δεν την υποκατέστησε στο θάνατο (στέρηση – διεκδίκηση μητρικής στοργής) δεν παύει με την εξομολόγηση της ενοχής (μέσω της αφήγησης). Κατά μία ψυχαναλυτική προσέγγιση, ο συγγραφέας προσπάθησε να εξαγνιστεί κουβαλώντας μέσα του τη φύση της νεκρής αδελφής (ενσωματώνοντας στοιχεία του γυναικείου φύλου). Ο Βιζυηνός μπορεί να μην έμεινε ασυγκίνητος από το γυναικείο φύλο, έβλεπε όμως σ’ αυτό το πρότυπο μητέρα – γιαγιά, αδελφή – κορίτσι. Γράφει σχετικά ο Αθανασόπουλος: « Έχουμε λοιπόν μια σεξουαλικά αποδυναμωμένη εικόνα της γυναίκας… Στην περίπτωση αυτή, το πραγματικό αμάρτημα της μητέρας του συγγραφέα δεν είναι ο από αμέλεια φυσικός θάνατος της κόρης της, αλλά μια προς το γένος περιστολή του γιου της» (224-225). 6. Απαντήσεις στις ερωτήσεις και στις εργασίες του σχολικού βιβλίου 1. Αλλ’ ημείς εγνωρίζαμεν, ότι η ενδόμυχος της μητρός ημών στοργή διετέλει αδέκαστος και ίση προς όλα της τα τέκνα…(σ.125): Η βεβαιότητα του αφηγητή για τα αισθήματα της μητέρας του διατηρείται σ’ όλο το αφήγημα; Ανατρέπεται; Πώς; Να αιτιολογήσετε την άποψή σας. Η βεβαιότητα του αφηγητή ανατρέπεται, αλλά τελικά αποκαθίσταται. Η αρχική βεβαιότητα της σελίδας 125 (Αλλ΄ ημείς εγνωρίζαμεν, ότι η ενδόμυχος της μητρός ημών στοργή διετέλει αδέκαστος και ίση προς όλα τα τέκνα…) δίνει τη θέση της στα πρώτα ερωτηματικά της σελ. 128 (ενόμιζες, ότι ελησμόνησε πως είχε και άλλα τέκνα/ Ποίος μας έτρεφε…, ούτε ήθελε καν να το γνωρίζει), ενώ στη σελ. 132, στο περιστατικό της εκκλησίας με την προσευχή της μητέρας (Πάρε μου όποιο θέλεις…), η βεβαιότητα κλονίζεται στην ψυχή του μικρού παιδιού, το οποίο αναμοχλεύει θύμησες (ανεκάλεσα εις την μνήμη μου όλας τας προς την μητέρα τρυφερότητας…/ μήπως της έπταισά ποτε), για να καταλήξει (σελ. 133-134) στη διαπίστωση της απόρριψης (εγώ όχι μόνο δεν ηγαπήθην/ μοι εφάνη ότι εννόησα, διατί ο πατήρ μου εσυνήθιζε να με ονομάζει «το αδικημένο του»/ η μητέρα μου δεν με αγαπά και δεν με θέλει!). Ομοίως και στη σελ. 136 (Έλα πατέρα- να με πάρεις εμένα- για να γιάνει το Αννιώ… και έρριψα επί της μητρός μου παραπονετικόν βλέμμα δια να της δείξω πως γνωρίζω ότι παρακαλεί ν΄αποθάνω εγώ αντί της αδελφής μου). Όπως, όμως, σταδιακά κλονίζεται η βεβαιότητα, έτσι και σταδιακά αποκαθίσταται. Ήδη, στη σελ. 136, ο αφηγητής ομολογεί (πιστεύω να μ΄εσυγχώρεσεν, ήμην πολύ μικρός τότε). Στη σελ. 142-143 η βεβαιότητα επανέρχεται καθώς η μητέρα σώζει από βέβαιο πνιγμό, και με κίνδυνο να πνιγεί η ίδια, το Γιωργή (επρόκειτο να με σώσει, και ας ήμην εκείνο της το τέκνο, το οποίον προσέφερεν άλλοτε εις τον Θεόν…). Τέλος, στη σελ. 150, όπου η μητέρα εξιστορεί τις κρυφές πτυχές της ζωής της (και εζούλευες εσύ… ο πατέρας σου σε έλεγε «το αδικημένο του», γιατί σ΄απόκοψα νωρίς…) και στη σελ.152 (Τώρα μου ηνοίγησαν οι οφθαλμοί και εκατάλαβα πολλάς πράξεις της μητρός μου), όπου ο αφηγητής αναθεωρεί τις αρνητικές σκέψεις μίας ολόκληρης ζωής για τα αισθήματα της μητέρας του, η βεβαιότητα επανέρχεται. 2. Και είχαμε πια την Αννιώ σαν τα μάτια μας. Και εζούλευες εσύ, και έγινες του θανατά από τη ζούλια σου. Ο πατέρας σου σε έλεγε «το αδικημένο του», γιατί σε απόκοψα πολύ νωρίς, και μ’ εμάλωνε καμμιά φορά, γιατί σε παραμελούσα (σ.150): Η οπτική γωνία της μητέρας συμπίπτει με την οπτική γωνία του αφηγητή σε ό,τι αφορά τα συναισθήματά του ως προς την αδελφή του κατά την παιδική του ηλικία; Να τεκμηριώσετε την άποψή σας. Στην αρχή του διηγήματος ο συγγραφέας αποκρύπτει τη ζήλια του. Δηλώνει μάλιστα στη σελ. 125 (την ηγαπώμεν όλοι <την Αννιώ>, η ενδόμυχος της μητρός ημών στοργή διετέλει αδέκαστος και ίση προς όλα τα τέκνα). Η οπτική γωνία της μητέρας που αποκαλύπτει τη ζήλια του Γιωργή, (σελ.150) και η οπτική γωνία του αφηγητή που δεν την παραδέχεται, δε συμπίπτουν.
Στη σελ. 128 και κυρίως στο περιστατικό της εκκλησίας (σελ. 132) ο αφηγητής εκδηλώνει για πρώτη φορά ένα αίσθημα ζήλιας (ερμηνεία της συμπεριφοράς της μητέρας του). Σ΄ αυτό το σημείο παρατηρείται σύμπτωση της οπτικής γωνίας των δύο. Κατά τον αφηγητή: σελ. 128 (ενόμιζες ότι ελησμόνησε πως είχε και άλλα τέκνα), σελ. 133 (εγώ, όχι μόνον δεν ηγαπήθην), σελ. 133-134 (εννόησα, διατί ο πατήρ μου εσυνήθιζε να με ονομάζει «το αδικημένο του»).Κατά τη μητέρα: σελ. 150 (και εζούλευες εσύ… ο πατέρας σου σε έλεγε «το αδικημένο του», γιατί σ΄ απόκοψα πολύ νωρίς…).
Γενικά, η απάντηση στο ερώτημα προκύπτει από την αντίληψη του γεγονότος ότι η οπτική γωνία του αφηγητή μεταβάλλεται στο διήγημα, καθώς αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου τα δεδομένα της πραγματικότητας που μπορεί να αντιληφθεί και επομένως τα συναισθήματά του, ενώ η οπτική γωνία της μητέρας είναι στατική, αφού μένει συναισθηματικά καθηλωμένη σε ένα συμβάν (η απώλεια της Αννιώς από αμέλειά της) .


3. Να αναζητήσετε σημεία του κειμένου τα οποία αποκαλύπτουν τη διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και στην παιδική συνείδηση που προσλαμβάνει τα συμβάντα (στον αφηγητή - παιδί) π.χ. Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμε επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις.


α) Η παραμονή στην εκκλησία (σελ. 131-132)
[Απ΄ εναντίας, η υγρασία, το ψύχος, το ασύνηθες και, μα το ναι, φρικαλέον των εν τω ναώ διανυκτερεύσεων]
β) Η προσευχή της μητέρας (σελ. 133-134)
[Όταν ήκουσα τας λέξεις ταύτας… περίλυπος και απηλπισμένος]
γ) Το μοιρολόγι του πατέρα (σελ. 135) και η επίκληση του πνεύματός του (σελ. 136)
[Εγώ την εκράτησα σφιγκτά… / εκιτρίνισα από τον φόβο μου]
δ) Ο θάνατος της Αννιώς (σελ. 138)
[θα τα αφήσει μές΄ στους πέντα δρόμους έλεγον οι συναντώντες ημάς καθ΄ οδόν, εγκαταλελειμμένα και απεριποίητα]
ε) Η υιοθέτηση της πρώτης κόρης (σελ. 140-141)
[Από της στιγμής ταύτης η μήτηρ μας… ως εάν ήτον εδικός του]
στ) Ο παρ΄ ολίγον πνιγμός (σελ. 142-143)
[όλες οι παράγραφοι της σελίδας]
ζ) Ο Γιωργής στα ξένα (σελ. 144)
[δεν ήξευρον ακόμη ότι δεκαετές παιδίον…]
η) Ο ερχομός του Γιωργή (σελ. 145)
[Τίποτε άλλο δεν επεθύμουν… Ακριβώς το αντίθετον/ Δος το πίσου… το σπίτι μας]
θ) Η εξομολόγηση της μητέρας (σελ. 152)
[Τώρα μου ηνοίγησαν οι οφθαλμοί… ούτε εν ταις ευτυχίας της!]

4. Ποιες είναι οι γλωσσικές επιλογές του αφηγητή α) ως ενήλικα και πεπαιδευμένου β) ως παιδιού ή εφήβου. Αναζητήστε αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα για να αναδείξετε την «ιδιότυπη αυτή διγλωσσία». Διαπιστώνετε άλλα κριτήρια με βάση τα οποία διαμορφώνονται οι γλωσσικές ποικιλίες του αφηγηματικού λόγου στο κείμενο;

Ο αφηγητής εκφράζεται και στην καθαρεύουσα και στην καθημερινή γλώσσα της Βιζώς. Οι γλωσσικές επιλογές του είναι σύμφωνες με τη γενικότερη στρατηγική του: η αφήγηση συνδυάζει την κυρίως διήγηση με το δράμα, το «λέγω» με το «δείχνω». Όταν ο Βιζυηνός λέγει για το Γιωργή, μιλάει ως ενήλικας και πεπαιδευμένος και χρησιμοποιεί λόγια γλώσσα. Όταν βάζει το Γιωργή να μιλήσει, θυμούμενος περιστατικά από την παιδική του ηλικία στη Βιζώ, τότε ανατρέχει στους θησαυρούς της καθημερινής γλώσσας. Επίσης, στο α’ μέρος της αφήγησης χρησιμοποιεί το α΄ πληθυντικό πρόσωπο (ημείς) και παρατατικό χρόνο που δηλώνει την επαναληπτικότητα των γεγονότων (διήγηση- περιγραφικός λόγος). Αντίθετα, στο β’ μέρος (πέρασμα στη μίμηση) χρησιμοποιεί το πρώτο πρόσωπο (εγώ), τον αόριστο χρόνο και το διάλογο (μοναδικό γεγονός).
Αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα της «ιδιότυπης αυτής διγλωσσίας»:
- Στην αρχή: «ο αφηγητής αρχίζει να μιλά σαν συλλογικό οικογενειακό φερέφωνο»1  «Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνο την Αννιώ», σελ. 125.
- Στο τέλος: «τελειώνει με την προσωπική παραίτησή του από το λόγο» (Π. Μουλλάς)2  «Οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων και εγώ εσιώπησα», σελ. 153).
Άλλες γλωσσικές παρατηρήσεις: χρήση φράσεων της θρησκευτικής παράδοσης και πολλά ιδιωματικά στοιχεία (γλώσσα της Βιζώς).

[ Για την απάντηση, βλ. και τα συνοδευτικά κείμενα του σχολικού βιβλίου, σελ. 335-336]

5. Σε ποια σημεία του διηγήματος διακρίνετε την κοινωνική καταπίεση και τον κοινωνικό έλεγχο που υφίσταται η γυναίκα του περασμένου αιώνα και πώς αντιμετωπίζει η Δεσποινιώ η Μηχαλιέσσα αυτή την πραγματικότητα;

Ο κοινωνικός έλεγχος της εποχής απέναντι στο γυναικείο φύλο- και στην περίπτωσή μας στη μητέρα του αφηγητή- γίνεται ορατός στα ακόλουθα σημεία:
σελ. 126: Αφ΄ ότου απέθανεν ο πατήρ μας… κατά μέρος.
σελ. 138: Πολλοί είχον κατηγορήσει την μητέρα μου… σπαραξικαρδίους της θρήνους.
σελ. 139: εμετρίασεν… υπερενίκησε την ατολμία της ηλικίας και του φύλου της.
σελ. 147: Ήθελε να με βγάλει και μένα στον κόσμο… η γιαγιά σου να χαρώ.
σελ. 150: Και εντρεπόμουνα τον κόσμο και εφοβούμην τον πατέρα σου.
Η Δεσποινιώ η Μηχαλιέσσα είναι μια γυναίκα της εποχής της. Δεν μπορεί παρά να υφίσταται τον έλεγχο της πατριαρχικής κοινωνίας της Θράκης του19ου αιώνα και, κυρίως, δεν μπορεί να τον αγνοεί (η κοινωνική αποδοχή λειτουργεί ως βασικό πραξεολογικό κριτήριο). Ωστόσο, η Δεσποινιώ δε συμβιβάζεται πάντα με τα καθιερωμένα. Οι διαφοροποιήσεις της, όμως, δε συνιστούν συνειδητές κοινωνικές αντιδράσεις προς ό,τι επιτάσσει ο «ανδρικός νόμος» για το κατώτερο κοινωνικά φύλο της γυναίκας. Είναι αυθόρμητες ενέργειες υπαγορευμένες από την ανάγκη της επιβίωσης και από το συναισθηματικό της κόσμο, θέμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον αφηγητή.

6. « Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η δραματική πυκνότητα και οι επεμβάσεις της μοίρας, που φέρνουν τους χαρακτήρες αντιμέτωπους, καθώς από ένα, το αρχικό μοιραίο γεγονός προκύπτουν στη συνέχεια άλλες δραματικές συνέπειες, με αντίχτυπο πάνω σε όλους…» (Κ. Στεργιόπουλος).
Ποιο είναι το αρχικό γεγονός στο Αμάρτημα της μητρός μου και πώς δραματοποιούνται οι συνέπειές του;
Το αρχικό γεγονός που υπονοείται στον τίτλο («αμάρτημα»), αποκαλύπτεται στο τέλος της αφήγησης και είναι η απώλεια της Αννιώς από εγκληματική αμέλεια της μητέρας (σελ. 149). Αυτό προκαλεί τις συνεχείς προσπάθειες της μητέρας (σελ. 152: επί 28 έτη!) για εξιλέωση:
α) πρώτα -πρώτα, η επιθυμία ενός νέου παιδιού που βαφτίστηκε επίσης Αννιώ (σελ. 150),
β) η ασθένεια και ο θάνατος της Αννιώς αναπληρώνονται από τις δυο υιοθεσίες (αρχή έως σελ. 141),
γ) η εξομολόγηση στον Πατριάρχη και ο άσβηστος καημός της μάνας για το χαμό του παιδιού (σελ. 153).

7. Όσο περισσότερο τυραννηθώ και χολοσκάσω, τόσο λιγώτερο θα με παιδέψει ο Θεός για το παιδί που πλάκωσα…(σ.151).
Η συντριβή και η ενοχή είναι το μόνιμο ψυχικό κλίμα της μάνας.
α) η αυτοτιμωρία συνιστά πράξη εξιλέωσης απέναντι στο Θεό ή και απέναντι στον εαυτό της;
β) Καθησυχάζει η μητέρα τη συνείδησή της τελικά, ιδιαίτερα μετά τη συνάντησή της με τον Πατριάρχη;
γ)Ενοχοποιείται η μητέρα στη συνείδησή σας; Ποια είναι η αίσθηση που σας αφήνει η τελική έκβαση της ιστορίας;

α) Η αυτοτιμωρία της μάνας λειτουργεί ως πράξη εξιλέωσης και απέναντι στο Θεό και απέναντι στον εαυτό της. Αυτό προκύπτει από τις φράσεις:
- «Ο Θεός με τιμωρεί» (σελ. 149),
- «ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου» (σελ.133),
- «ευχαριστώ σε, Θεέ μου!… και εξάλειψες την αμαρτίαν μου!» (σελ. 150),
- «ύψωσε τους οφθαλμούς αυτής πλήρεις δακρύων προς τον ουρανόν» (σελ. 146),
- «Η συναίσθησις του αμαρτήματος» (σελ. 152),
- «…τι πράγμα είναι το να σκοτώσει κανείς το ίδιο το παιδί του!» (σελ. 153).
β) Η συνείδηση της μητέρας δε γαληνεύει, ακόμη και μετά τη συνάντησή της με τον Πατριάρχη. Το διήγημα τελειώνει με το «αδύνατον της εξαγνίσεως»3, το οποίο αποδέχεται και ο αφηγητής με τη σιωπή του.
γ) Είναι ασφαλώς ένοχη για την αμέλεια που στοίχισε το θάνατο του παιδιού της. Αλλά, ο αγώνας της ζωής της, αγώνας 28 ετών (!) για εξιλέωση, και η κορυφαία στιγμή της επιλογικής φράσης, όπου αν και εξιλεώνεται από την εκκλησία δεν εξιλεώνει η ίδια τον εαυτό της, τη μετατρέπουν σε σύμβολο (τραγικός ήρωας).

8. Είναι γνωστό ότι ο Βιζυηνός συνθέτει την αφήγησή του βασισμένος στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. Η ανάγνωση του συγκεκριμένου διηγήματος σας δίνει την εντύπωση ότι ο συγγραφέας περιορίζεται στην αφήγηση της ατομικής του περιπέτειας και της οικογενειακής του ιστορίας;

Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι έντονο στο «αμάρτημα», όπως και σε όλα τα διηγήματα του Βιζυηνού. Αυτό ώθησε στην παρατήρηση πως ο συγγραφέας εκθέτει «… προσωπικά του βιώματα»4 και πως το έργο του είναι «…είδός τι οικογενειακών απομνημονευμάτων»5. Το έργο, όμως, του Βιζυηνού δε μένει στο μερικό – οικογενειακό – αυτοβιογραφικό στοιχείο. Ο Βιζυηνός «πλάθει ζωντανούς χαρακτήρες, αποδίδει ζωντανές καταστάσεις και γενικά μεταφέρει στο έργο του κομμάτια αυθεντικής ζωής»6. «Ο κόσμος του λειτουργεί ανθρωποκεντρικά και ανθρωπομορφικά»7. Εντέλει, το ενδιαφέρον και η τέχνη του Βιζυηνού εδράζονται στην κατασκευή του ανθρώπινου δράματος που παίρνει ξαφνικά καθολικές διαστάσεις («ο πάσχων άνθρωπος») και δεν αποτελεί απλώς οικογενειακή υπόθεση.


9. Υπάρχει μια φράση-κλειδί που αποτυπώνει την εξέλιξη στην πορεία της ασθένειας της Αννιώς και επαναλαμβάνεται παραλλαγμένη στις πρώτες σελίδες του κειμένου.
α) Αναζητήστε και καταγράψτε τις εκδοχές της.
β) Γιατί ο αφηγητής την επαναλαμβάνει; υπηρετεί η φράση αυτή τη δομή του κειμένου; Πώς λειτουργεί μέσα στα ευρύτερα συμφραζόμενά της;

α) Η φράση – κλειδί αποτυπώνεται στις ακόλουθες σελίδες:
- σελ. 125: ήτο κατά δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτική και φιλάσθενος,
- σελ. 126: προϊούσης της ασθενείας του, η ασθενής της κόρη, η ασθένεια της Αννιώς ολονέν εδεινούτο,
- σελ. 127: η πορεία της ασθενείας είναι καλή / η κατάστασις της Αννιώς έβαινεν αργά μεν και απαρατηρήτως, αλλ΄ ολονέν επί τα χείρω,
- σελ. 128: η κατάστασις της ασθενούς εδεινούτο, το παιδίον εχειροτέρευεν αδιακόπως,
- σελ. 129: η ασθένεια της πτωχής μας αδελφής ήτον ανίατος / το μαραμένον κοράσιον,
- σελ. 132: της οποίας η κατάστασις ήρχισε να εμπνέει τώρα τους εσχάτους φόβους.
β) Η επανάληψη της φράσης υπηρετεί τη δομή του κειμένου, καθώς προετοιμάζει τον αναγνώστη για το θάνατο της Αννιώς, πρόσωπο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η διήγηση που καταλήγει στην εξομολόγηση της μητέρας (αποκάλυψη του αμαρτήματος).

10. Σου έφερα δύο παιδιά στα πόδια σου…χάρισέ μου το κορίτσι! (σ.133). Τι απήχηση είχε αυτή η προσευχή στην ψυχή του Γιώργη;

Η απήχηση της προσευχής της μητέρας στην ψυχή του Γιωργή:
- Όταν ήκουσα… παγερά φρικίασις… Δεν ηδυνήθην… αντί εγώ να δράμω… οι οδόντες μου συνεκρούοντο… (σελ. 133): ψυχοσωματικά συμπτώματα – πρώτη σαφής εκδήλωση ζήλιας- σοκ.
- Ήρχισα λοιπόν να συνέρχωμαι… Ανεκάλεσα εις την μνήμην μου… Απεναντίας εύρισκον… παρηγκωνιζόμην ολονέν περισσότερο (τέλος της σελ. 133): εκλογίκευση – ανεκπλήρωτο αίσθημα ενοχής.
- Ενθυμήθην τότε… διατί ο πατήρ μου εσυνήθιζε να με ονομάζη «το αδικημένον του» Και με πήρε το παράπονον… η μητέρα μου δεν με αγαπά και δεν με θέλει! (σελ.133-134): αίσθημα απόρριψης.
- Έλα πατέρα- να με πάρεις εμένα- για να γιάνει το Αννιώ…(σελ. 136): εκδίκηση. Ο μικρός θέλει να καταλάβει η μητέρα του πως άκουσε την προσευχή της.
- Επρόκειτο να με σώσει, και ας ήμην εκείνο της το τέκνον…(σελ. 143): μεταβολή των συναισθημάτων. Αποκαθίσταται στην ψυχή του Γιωργή η μητρική αγάπη.

11. Σε ορισμένα σημεία του κειμένου διακρίνουμε ειρωνικές αποχρώσεις στη «φωνή» του αφηγητή.
α) Να τα εντοπίσετε και να τα καταγράψετε.
β) Σε τι στοχεύει, κατά τη γνώμη σας, ο αφηγητής καταφεύγοντας στην ειρωνεία;

α) Ειρωνικές αποχρώσεις στη «φωνή» του αφηγητή:
- ο χονδρός της συνοικίας κουρεύς (σελ. 127): ανυπαρξία ιατρικής περίθαλψης και εκμετάλλευση των απλών ανθρώπων από «πρακτικούς γιατρούς»,
- (ο) ηλιοκαής ρακένδυτος «Γύφτος» (σελ. 134-135): καρικατούρα χαρακτήρα,
- έμελλε τω όντι να την ιατρεύση (σελ. 137): πικρή ειρωνεία,
- Και, ευχαριστημένη τρόπον τινά … επεδείκνυε το λάφυρόν της (σελ. 141): ειρωνεία προς τη συμπεριφορά της μητέρας, κατά την υιοθεσία μίας από τις κόρες της.
β) « υπάρχει ακόμη ένα αίσθημα θανάτου, συγκρατημένης απελπισίας και πικρής διάψευσης που παρόλο τον συχνά ειρωνικό και χιουμοριστικό τόνο –που σ΄ ορισμένες περιπτώσεις φτάνει στον αυτοσαρκασμό – που αποφορτίζει αυτό το αίσθημα από μιαν κοινότυπη και εύκολη δραματικότητα, δεν παύει αυτό να δίνει τον κυρίαρχο τόνο στο έργο του, καθώς και να αποκαλύπτει τη σκοτεινή του διάθεση» 8.
«Δραματοποίησε, αλλά και αποδραματοποίησε τα συμβάντα του βίου των ηρώων του. Διότι και το ευτράπελο συχνά δροσίζει το σκυθρωπό» 9.

12. Με ποια επιχειρήματα θα μπορούσατε να υποστηρίξετε την αληθοφάνεια των χαρακτήρων του διηγήματος;

Όλα τα πρόσωπα του διηγήματος είναι πραγματικά. Ο χώρος (θρακιώτικο χωριό με τα ήθη και τα έθιμά του), ο χρόνος (αντιλήψεις της εποχής) και οι πράξεις των ηρώων είναι αυθεντικές. «Πέρα από τους άλλους λόγους της καταφυγής του Βιζυηνού σε αυτοβιογραφικό υλικό, την κυριότερη σχετική αιτία αποτελεί η ανάγκη του να διαθέτει η διήγησή του μια πραγματολογική διάσταση. Με τον τρόπο αυτό η καταφυγή του αυτή αποκαλύπτει μιαν επιλογή σχετική όχι με τον τρόπο αναζήτησης και εύρεσης του υλικού, αλλά με τον τρόπο εξασφάλισης μιας πραγματολογικής διάστασης. Άλλη σχετική επιλογή του Βιζυηνού – που λειτουργεί παράλληλα με την προηγούμενη- συνιστά και η καταφυγή του στις λαϊκές παραδόσεις και τα άλλα λαογραφικά στοιχεία»10.
Βεβαίως, αξίζει να επισημανθεί συμπληρωματικά πως αυτή η αίσθηση της πραγματικότητας, που εξυπηρετείται στο κείμενο με το διάλογο, την εξιστόρηση, τα περιστατικά, και η οποία εντάσσεται στην πρόθεση του Βιζυηνού να δώσει τα στοιχεία του διηγήματος ως πραγματικά (αληθοφανή), δημιουργεί συνάμα την αίσθηση μίας άλλης πραγματικότητας που βρίσκεται παράλληλα με την επιφανειακή, των γεγονότων. «Η μυθοπλασία αναπτύσσεται, λοιπόν, σε δύο επίπεδα, ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό με το πρώτο υπηρετείται η οργάνωση των περιστατικών σε πλοκή, ενώ με το δεύτερο καλλιεργείται η ψυχική διαλεκτική των χαρακτήρων. Με τον τρόπο αυτόν, η ψυχογραφία γίνεται για το Βιζυηνό ο αφανής αλλ’ απαραίτητος όρος της μυθοπλασίας»11.


13. Αναζητήστε τα στοιχεία εκείνα που προσδίδουν στο κείμενο θεατρική λειτουργία.

Η θεατρικότητα συντελείται στη μετάβαση από την αφήγηση (σελ. 125-128) στη μίμηση (σελ. 128-134). Στο μεταβατικό αυτό σημείο (σελ. 127: κορύφωση, το περιστατικό στην εκκλησία) αντικαθίσταται ο περιγραφικός λόγος (παρατατικός / επαναλαμβανόμενα γεγονότα) από τη δράση (αόριστος/ συγκεκριμένο γεγονός/ διάλογος). Με άλλα λόγια, ο αφηγητής, από την παρουσίαση των προσώπων και τη σκιαγράφηση των σχέσεών τους, από την «κυρίως αφήγηση», περνά στη «σκηνική αφήγηση», όπου εκθέτει συγκεκριμένες σκηνές και περιστατικά αλλιώς: μετάβαση από το «λέγω» στο «δείχνω».
Η θεατρικότητα δηλώνεται και στη θέση του αφηγητή στην ιστορία. Γράφει σχετικά ο Μουλλάς: « Ο αφηγητής – πρόσωπο του Βιζυηνού (παρών μέσα στην αφήγηση) απέχει εξίσου από τον αφηγητή – παντογνώστη (απόντα από την αφήγηση) και από τον αφηγητή – πρωταγωνιστή (προνομιακό φορέα της αφήγησης)… Αν για μια στιγμή φανταστούμε πως ο αφηγητής δεν είναι ο άνθρωπος που διηγείται την ιστορία, αλλά ένα πρόσωπο, ανάμεσα στα άλλα, που μιλάει κι αυτό με εκτενείς μονολόγους ή παρεμβαίνει στο διάλογο, ο θεατρικός χαρακτήρας των διηγημάτων του Βιζυηνού γίνεται φανερός: η κατάργησή του (κατάργηση με την έννοια της μετατροπής του αφηγητή σε ισότιμο πρόσωπο του έργου) μεταβάλλει αυτόματα τη διήγηση σε μίμηση, δηλαδή το διήγημα σε θεατρογράφημα»12.
Ειδικότερα, η θεατρική λειτουργία του κειμένου ανιχνεύεται στις εξής σελίδες: 127, 130 131-134, 136-137, 138, 139-140, 142-144, 145-147, 148- 149, 151, 153, όπου παρουσιάζονται διαλογικά μέρη και σκηνές.

14. Έχει επισημανθεί ότι ο χώρος στα διηγήματα του Βιζυηνού λειτουργεί με συνεχείς αντιθέσεις π.χ. πόλη / χωριό, μέσα / έξω κ.ά. Μπορείτε να εντοπίσετε την αντίθεση «κλειστός χώρος / ανοικτός χώρος» στο διήγημα που εξετάζουμε, υποδεικνύοντας τα αντίστοιχα σημεία; Πώς εγγράφονται στη συνείδηση του αφηγητή οι χώροι αυτοί και με τι είδους περιστατικά συνδέονται;

« Πολύ συχνά,…, ο χώρος λειτουργεί με συνεχείς και πολλαπλές αντιθέσεις: Ανατολή/ Δύση, πόλη/ χωριό ή ύπαιθρος, μέσα/ έξω, επάνω/ κάτω. Στο «Αμάρτημα της μητρός μου» ο κλειστός χώρος βρίσκεται σε συνάρτηση με το δράμα (θάνατοι μέσα στο σπίτι, σύγκρουση του αφηγητή με τη μητέρα του μέσα στην εκκλησία), ενώ ο ανοιχτός χώρος ανακαλεί συνήθως ευχάριστα βιώματα (γαμήλιο γλέντι στην αυλή, σωτηρία του αφηγητή στο ποτάμι κ.α. )» 13.

15. «Στο Αμάρτημα της μητρός μου η ηρωίδα πολύ πριν ομολογήσει τον ακούσιο φόνο της, υπαινίσσεται την «αμαρτίαν» της» (Παν. Μουλλάς): Να αναζητήσετε τους σχετικούς υπαινιγμούς.

Οι υπαινιγμοί για την αμαρτία εντοπίζονται στις σελίδες
- 133: «Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου…»,
- 146: «η αμαρτία μου, βλέπεις, δεν εσώθηκεν ακόμη».

16. «Έτσι ο αφηγητής-πρόσωπο του Βιζυηνού (παρών μέσα στη αφήγηση) απέχει εξίσου από τον αφηγητή-παντογνώστη (απόντα από την αφήγηση) και από τον αφηγητή-πρωταγωνιστή (προνομιακό φορέα της αφήγησης)» [Παν. Μουλλάς]: Να αναζητήσετε μέσα από το κείμενο τα επιχειρήματα που δικαιολογούν μια τέτοια άποψη.
Πραγματικά, ο αφηγητής του Βιζυηνού είναι πρόσωπο του κειμένου (ο Γιωργής), παίρνει μέρος στα γεγονότα, αλλά δε γνωρίζει εκ των προτέρων όσα πρόκειται να συμβούν (ο Γιωργής, αντίθετα, αντιλαμβάνεται ένα μέρος της πραγματικότητας, βρίσκεται σε πλάνη) ούτε και συνιστά τον πρωταγωνιστή της ιστορίας. Ο τίτλος του κειμένου προειδοποιεί για τη συμμετοχή του αφηγητή, ο οποίος αλλού είναι κεντρικό πρόσωπο (χρήση α΄ ενικού προσώπου), αλλού μιλά ως μέλος μίας ομάδας (οικογένεια), αλλού αφήνει άλλους να μιλήσουν (η εξομολόγηση της μητέρας) κι αλλού αποσύρεται (η απουσία του στα ξένα και οι πληροφορίες για τη μητέρα ενώ δεν είναι αυτόπτης ούτε αυτήκοος μάρτυρας). Πρόκειται για δείγμα «υποκειμενικής αφήγησης», σύμφωνα με το Μουλλά14 ή καλύτερα για ομοδιηγητικό αλλά όχι αυτοδιηγητικό αφηγητή.

17. Όπως γνωρίζετε, σε μια αφήγηση συχνά παρατηρούνται αναχρονίες όταν ο αφηγητής παραβιάζει τη χρονική σειρά κατά την αφήγηση, αναφερόμενος άλλοτε σε γεγονότα προγενέστερα από το σημείο της ιστορίας στο οποίο βρισκόμαστε σε μια δεδομένη στιγμή (αναδρομικές αφηγήσεις) και άλλοτε προλέγοντας γεγονότα τα οποία θα διαδραματιστούν αργότερα (πρόδρομες αφηγήσεις) [βλ. σχετικά στην Αφηγηματολογία, έκφραση-έκθεση Α΄τεύχος].
α) Να αναζητήσετε και να καταγράψετε τις αναχρονίες του αφηγήματος.
β) Τι επιτυγχάνει με τη χρήση τους ο αφηγητής;

α) Αναχρονίες (αναδρομικές και πρόδρομες αφηγήσεις) του διηγήματος:
- αναδρομικές αφηγήσεις ή αναδρομές:
σελ. 133-134: «Ανεκάλεσα εις την μνήμην μου… το αδικημένο του».
σελ. 134-136: το περιστατικό με το γύφτο.
σελ. 137: «Τότε μου ήλθεν εις τον νουν…ευδαιμονίαν».
σελ. 138: «Πολλοί είχον κατηγορήσει…πολύ νέα».
σελ. 138-139: «Η χρηματική μας περιουσία…ζήσωμεν».
σελ. 142-143: «Ήτο καθ’ ήν εποχήν…εκπλήρωσίν της».
- πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις:
σελ. 144: «Και δεν εφανταζόμην…ανακουφίσω».

β) Οι αναδρομές φωτίζουν τα γεγονότα του παρελθόντος και υπενθυμίζουν τα κεντρικά περιστατικά που οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές τα άτομα. Οι προλήψεις προϊδεάζουν για όσα θα ακολουθήσουν.


•ΕΡΓΑΣΙΕΣ

1. Στο κείμενο, παράλληλα με την κυρίως διήγηση δίνεται μια εικόνα της καθημερινής ζωής (έθιμα, παραδόσεις, ήθη, προλήψεις, λαϊκές δοξασίες κλπ.) Να εντοπίσετε και να καταγράψετε τα λαογραφικά στοιχεία του κειμένου.

Λαογραφικά στοιχεία του κειμένου:
- σελ. 125: συνήθειες ενδυμασίας
- σελ. 127: ιατρικές συνταγές από γραίες, οδοιπόρους, κουρείς
- σελ. 128: συνέχεια λαϊκών δοξασιών για τη θεραπεία ασθενών (Νηρηίδες, «ο έξω από εδώ», γοητείας, χαμαγλί, «σαλαβάτια», μαγισσών…)
- σελ. 129-130: η παραμονή της ασθενούς σαράντα ημερόνυχτα στην εκκλησία,
- σελ. 132: η μεταφορά της Αννιώς στην εκκλησία
- σελ. 134-135: το μοιρολόγι του γύφτου
- σελ.136-137: το πνεύμα του πεθαμένου πατέρα
- σελ. 139-140: η τελετή της υιοθεσίας
- σελ. 148: το γλέντι του γάμου
- σελ. 149: ο θάνατος του μωρού – η στάση της οικογένειας
- σελ. 150: το «σχωροχάρτι» από τον «Αγιοντάφο».

«Ο Βιζυηνός, καθώς πολύ σωστά θα παρατηρήσει ο Σικελιανός «βρίσκεται σε σχέση όχι μ’ ένα άτομο, αλλά με τις ρίζες τις λεπτότατες και τις βαθύτερες του λαού μας, στις αρχαιότερες πνευματικές πηγές του.
Και οι ρίζες αυτές οι δυνατές είναι οι ρίζες της Θρακικής πρωτοκοινότητας. Οι ρίζες που τροφοδότησαν με χυμούς εξαίσιους ολόκληρη την πνευματική του γυμνασία»15 .
«Έγινε ο ηθογράφος του θρακικού χωριού του χειριζόμενος ένα υλικό πλούσιο και βιωμένο. Έτσι μπόρεσε από την ήρεμη επιφάνεια της επαρχιακής ζωής του να προχωρήσει στα ταραγμένα μυστικά βάθη της. Το καρπερό χωράφι του θρύλου του έδινε πάντα τα ξεκινήματα για τις εξαίσιες περιδιαβάσεις του στους χώρους όχι μόνον της συνείδησης, αλλά και του υποσυνειδήτου» 16.
Τα λαογραφικά στοιχεία στο έργο του Βιζυηνού δεν είναι ωστόσο αυθόρμητες ή τυχαίες αναφορές (απλοϊκές ηθογραφίες). Εδράζονται στην πρόθεση του συγγραφέα να συνδυάσει τη λαογραφική επιστήμη με τη διηγηματογραφία. Ο βιογράφος του Νικόλαος Βασιλειάδης, αναφέρει στο έργο της η Μάρω Δούκα, «…μας παραδίδει ότι καμάρωνες, διότι πρώτος εσύ μας υπέδειξες τι εστί μελέτη και αναγραφή του εθνικού βίου και των εθνικών παραδόσεων υπό τύπου διηγήματος και λογογραφίας, εν καθαρά ψυχολογική και ιστορική κρίσει. Η ψυχολογική και ιστορική κρίση… δεν ήταν παρά το μέσον σου για να οδηγηθείς στην πεμπτουσία του ανθρώπου που, σ’ όποιο σύνολο κι αν εντάσσεται, θα έχει πάντα να υπομένει της τυφλής μοίρας του τις συνέπειες» 17.

2. Έχει επισημανθεί ότι ο Βιζυηνός «βρίσκεται πολύ μακριά από τους απλοϊκούς «ηθογράφους» της γενιάς του…» και πως του χρωστούμε «την πρώτη γενναία προσπάθεια να λυτρωθεί η πεζογραφική μας παράδοση από τη ρηχή ηθογραφία και τη ρομαντική αφήγηση». Λαμβάνοντας υπόψη ότι ως απλοϊκή, ρηχή ή αφελής ηθογραφία χαρακτηρίζεται η επιφανειακή αναπαράσταση ηθών και εθίμων του χωριού, να επισημάνετε στο αφήγημα στοιχεία που δικαιώνουν την παραπάνω κρίση για τον Βιζυηνό.

Ο Βιζυηνός είναι νεωτεριστής της ηθογραφικής παράδοσης καθώς χρησιμοποιεί το μερικό (συγκεκριμένα – πραγματικά πρόσωπα, ατομικές καταστάσεις) και το ηθογραφικό στοιχείο (ήθη, έθιμα, παραδόσεις) για να οικοδομήσει δράμα καθολικό και πανανθρώπινο (ψυχογράφημα) ανυψωμένο μέσα από κρυσταλλωμένη λαογραφική μελέτη. Επιπλέον, ο Βιζυηνός, στο έργο του, συνδυάζει το μυθιστορηματικό τρόπο γραφής με το διηγηματικό, μπολιάζοντας την αφήγησή του με τα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος ( αίσθηση εξέλιξης) και τις αρετές του διηγήματος (αίσθηση κατάληξης, παροξυσμού).
Συγκεκριμενοποιώντας:
- Οι βασικοί χαρακτήρες του έργου (Γιωργής – μητέρα) και κυρίως η μητέρα θυμίζουν τραγικούς ήρωες, καθώς
α) “όταν καταστρατηγούν την αξία κάποιου ηθικού κανόνα και “υβρίζουν”, δεν έχουν άμεση επίγνωση της ενοχής τους” 18,
β) “όταν συνειδητοποιούν το μέγεθος της παραβάσεως καταρρέουν ψυχικά και το πρώτο που συλλογούνται είναι να χαριστούν στις αδυσώπητες μυλόπετρες της αυτοτιμωρίας”19.
- Τα ήθη, τα έθιμα, η γλώσσα υποβοηθούν και στηρίζουν οργανικά (δίχως επιφανειακή επιτήδευση) το ψυχολογικό υπόστρωμα των ηρώων,
- Η αίσθηση της εξέλιξης υπάρχει σε όλο το διήγημα.
- Η αίσθηση της κατάληξης είναι ορατή στον επίλογο.

«Ο Βιζυηνός, χωρίς αμφιβολία, είναι ο πρώτος που άνοιξε το δρόμο για τη γνήσια νεοελληνική διηγηματογραφία. Ο πρώτος και καλύτερος διηγηματογράφος μας, ιδίως στον τομέα της ψυχογραφίας. Αυτό πια είναι κοινός τόπος και σήμερα όλοι σχεδόν οι κριτικοί του σ’ αυτό το σημείο συμφωνούν: Ότι ο Βιζυηνός, χωρίς να έχει κάποιο πρότυπο, χωρίς δάνεια, έγραψε διήγημα καθαρά ελληνικό, καθαρά ψυχογραφικό και ψυχολογικό και ότι είναι εκείνος που του ανήκει ολοκληρωτικά η τιμή του πρωτοπόρου στη νεότερη ελληνική διηγηματογραφία».
«Πριν από το Βιζυηνό δεν υπάρχει άλλος ισάξιός του ή παράπλευρός του. Μόνος αυτός, με όλα τα μέσα της τεχνικής του διηγήματος, συνέθεσε διήγημα με μύθο, πλοκή, διάλογο, ψυχολογικό υπόστρωμα, με επιμύθιο»20 .
«Τα διηγήματά του μπορεί να έχουν πλήθος από ηθογραφικά στοιχεία, αλλά δε μοιάζουν με βουκολικά πεζογραφήματα που βραβεύονται στους διαγωνισμούς της «Εστίας» 21.
«Δεν είναι ο αφελής παραμυθάς που ανασκαλεύει τα μεταλλεύματα της μνήμης του, ανυποψίαστος για την αξία τους είναι ο λόγιος που παρακολούθησε από κοντά στο εξωτερικό την πορεία του θετικισμού ή του νατουραλισμού, την εξέλιξη της πειραματικής ψυχολογίας, της φιλοσοφίας και της αισθητικής, τις θεωρητικές συζητήσεις για το φολκλόρ, ακόμη και για την έκρηξη της μεγαλοφυίας του Ίψεν» 22.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου