Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

"ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ"-ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ-ΕΝΙΣΧΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΑΠΟ ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ "ΣΟΣ" ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΕΝΙΣΧΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΣΤΑ ΅ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ΅


Γενικά γνωρίσματα της ποίησής του
Γεννημένος το ΄24 στον Πύργο της Ηλείας, πεθαίνει το 2008. Συμπαθητική και σεμνή φωνή είναι ένας ποιητής που τον διακρίνει η γλωσσική ωριμότητα και μια ποιητική διαύγεια. Έχει εκείνη την ικανότητα που επιτρέπει σ' έναν ποιητή όχι απλώς να βρίσκει τη σωστή λύση σ' ένα γλωσσικό πρόβλημα που του δημιουργεί ένα ποίημα, αλλά και τη μόνη σωστή λύση. Δημοσιεύει σε σχετικά μεγάλη ηλικία αρκετές ποιητικές συλλογές : το Κατώγι (1971), το Σακί (1980), τα Αντικλείδια (1988), Τριάντα Τρία Χάι-Κου, Λίγος άμμος (1997) και άλλα.

Τα Αντικλείδια

Τα αντικλείδια είναι ένα αλληγορικό ποίημα για το τι είναι ποίηση – ποιητής. Είναι μια απόπειρα να ΅παραβιαστεί΅ η ανοιχτή πόρτα της ποίησης.
Αφηγητής παντογνώστης με τριτοπρόσωπη αφήγηση. Όμως, προς το τέλος του ποιήματος φαίνεται να γίνεται πρωτοπρόσωπος. Δύσκολο να εξηγήσουμε αν πίσω από τον αφηγητή κρύβεται ο ίδιος ο ποιητής ή αν είναι ένα προσωπείο του. Και τα δύο μπορούν να συμβαίνουν.
στ. 1. απλός ορισμός, ο οποίος γίνεται κατανοητός, αν συνδυαστεί με τη συνέχεια.
στ. 2 – 5. Δύο κατηγορίες˙ όσοι επιπόλαια ρίχνουν μία ματιά (κοιτάζουν) και αυτοί που το βλέμμα τους προσελκύεται (βλέπουν). οι πρώτοι είναι πολλοί, οι δεύτεροι μερικοί = οι ποιητές. Πρόσεξε και την σημασιολογική διαφορά των ρημάτων. Τι βλέπουν όμως όσοι βλέπουν; Διαφορετικά πράγματα ο καθένας (μπορεί ευτυχία, φυγή, πόνο, βάσανα, ελπίδα…) Γι αυτό και είναι διαφορετικός και πολυποίκιλος ο ορισμός της ποίησης. Δες μερικές απόψεις:
Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου
Στήβενς

Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.
Μίλτον

Η ποίηση μας δημιουργεί την εντύπωση, όχι πως ανακαλύψαμε κάτι καινούργιο, αλλά πως θυμηθήκαμε κάτι που είχαμε ξεχάσει.
Μπράντλεϋ

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Καρυωτάκης

Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
Σεφέρης

Η ποίηση είναι έκφραση, αν ένας στίχος είναι έκφραση, αν καθένα από τα μέρη που απαρτίζουν ένα στίχο, κάθε μία λέξη, είναι εκφραστικά μόνα τους.
Κρότσε

Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.
Αναγνωστάκης

Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.
Μπόρχες

Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
Εμπειρίκος

Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.
Μπλουμ

'Όταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.
Μπόρχες

Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.
Πλάτων

Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.
Έλιοτ

Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.
Πάουντ

Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.
Κόλεριτζ ή Ντε Κουίνσυ

Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν "ολόκληρη την ποίηση" στον Όμηρο.
Πάουντ

Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα.
Σεφέρης

στ. 6. Η κορύφωση του ποιήματος. έκπληξη από την απροσδόκητη ενέργεια. Το κλείσιμο της πόρτας είναι η αιτία για ποιητική δημιουργία.
στ. 7. Το κλειδί είναι απροσδιόριστο, τα αντικλείδια είναι πολλά, όπως τα ποιήματα, με αποτέλεσμα κλειδί και αντικλείδια να μην ταυτίζονται.
στ. 8 – 10. υποκρύπτεται ματαιοπονία, γιατί κανείς δεν ξέρει το κλειδί και γιατί η αναζήτηση είναι δραματική (μάταια)
στ. 11 – 13. Οι δοκιμές να οριστεί το άπιαστο όνειρο της ποίησης. Να το μήνυμα των στίχων. Αν παραβιαστεί η πόρτα, τότε η ποίηση ίσως θα χάσει τη μαγεία της. Υπάρχει αντίφαση, η οποία ανήκει στη λογική όχι όμως στην ποιητική δημιουργία.
στ. 14 – 17. ατέρμονη η προσπάθεια να συλληφθεί η έννοια της ποίησης, γιατί το κοντινό (η πόρτα) γίνεται απρόσιτο, το φευγαλέα που ξαφνικά εξαφανίζεται.
στ. 18. Σχήμα του κύκλου. Η περιπέτεια δεν έχει τέλος.
το ύφος του ποιήματος είναι λιτό, φυσικό, πεζολογικό, κουβεντιαστό, συμβολιστικό. Κυριαρχούν κύριες προτάσεις που τονίζουν αυτά τα χαρακτηριστικά αλλά και συνηγορούν στην αλληγορία του ποιήματος. Διαφαίνεται μια μυστηριώδης ατμόσφαιρα, η οποία εντείνεται από την σκηνοθεσία, την εικονοπλασία και την αλληγορική εκφορά του ποιήματος.


Διαβάζοντας τα "Αντικλείδια" του Παυλόπουλου συλλογιζόμαστε: τι κρύβει αυτή η πόρτα που μοιάζει ανοιχτή αλλά δεν αφήνει κανένα να δρασκελίσει;Τι υπάρχει πίσω της, που ασκεί τόση γοητεία; Τι είναι αυτό που οι ποιητές από καταβολής του κόσμου αναζητούν και, σύμφωνα με τον ποιητή, δε θα το βρουν ποτέ; Και τα αντικλείδια; Τι καταφέρνουν;Τι ξεκλειδώνουν αυτά;
Αν κι οι ερμηνείες αποτελούν, όπως κι ο ίδιος ο Παυλόπουλος δέχεται, προσωπικές προσεγγίσεις που δεν μπορούν να διεκδικούν την απόλυτη αλήθεια, ας διαβάσουμε τι δήλωνε σε μια συνέντευξή του στη Λ.Σ. Αρμυριώτη, δυο χρόνια πριν ( περ. Ύφος, 7.1.08). Μέσα από τις απαντήσεις του θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα τη σκέψη του σε σχέση με τις έννοιες και τα θέματα τα οποία τον απασχολούν στο ποίημά του "Αντικλείδια". Ας δούμε, λοιπόν, κάποια αποσπάσματα:
Στην εισήγηση σας κατά την έναρξη της προς τιμήν σας ποιητικής βραδιάς, αναφερθήκατε μεταξύ άλλων και σε ορισμένα λόγια -εν είδη αποφθέγματος- μεγάλων ποιητών, όπως στο "η Ποίηση είναι ταυτόσημη με την Αλήθεια ". Είπατε πως η Αλήθεια είναι το ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση. Αυτό λοιπόν ψάχνει κανείς να βρει; την κρυμμένη αλήθεια;

—Σίγουρα, πέρα απ' τη γοητεία της ποίησης, είναι η Αλήθεια -δηλαδή δεν τελειώνει η ποίηση με το να μας μαγέψει απλώς.
-Να μας μαγέψει σαν λεκτικό κατασκεύασμα, σαν εικόνα;
—Σαν αισθητική έκφραση. Πέρα απ' αυτό η Ποίηση αναζητά την Αλήθεια. Αυτό κυρίως θέλει να εκφράσει.

-Φαίνεται καθαρά στο ποίημα σας "τα Αντικλείδια". Εκεί λοιπόν λέτε -απ' ό,τι καταλαβαίνω- ότι δεν υπάρχουν αντικλείδια, οι πόρτες είναι ανοιχτές. Όμως υπαινίσσεστε στο ποίημα, ότι ο ποιητής λειτουργεί σαν ένα αντικλείδι, διότι βλέπει την κρυμμένη αλήθεια στα πράγματα.


—Είναι κι αυτό μια εκδοχή για την πρόσληψη του ποιήματος. Το ποίημα αυτό προσφέρεται για πολλές εκδοχές και όσες περισσότερες είναι αυτές, τόσο πιο καλό είναι το ποίημα. Εγώ ποτέ δεν αναλύω. Αφήνω την περαιτέρω έρευνα για τον αναγνώστη. […] Οι εκδοχές αφορούν στον αναγνώστη. Κάθε ένας, μπορεί να έχει τη δική του εκδοχή, να το προσεγγίσει με τη δική του συγκίνηση, γι αυτό οι αναλύσεις των ποιημάτων δεν ευστοχούν πάντοτε, δεν μπορείς να πεις, αυτό λέει αυτό το ποίημα.
[…]
Σουρεαλιστική -είναι λίγο- η ποίηση σας;

—Καθόλου! (με αγανάκτηση)
[…]
Εσείς το θεωρείτε επιτυχία σαν γράφων, αν ταυτισθεί ο αναγνώστης και ζήσει την ίδια συγκίνηση που ζήσατε και σεις; Toυ το εύχεστε;

—Ξέρετε στην τέχνη προσπαθούμε να αποσβήσουμε τον εαυτό μας, το πρόσωπο μας, δεν πρέπει καν να φαίνεται. Να σας πω κάτι απλό. Αν καθίσω και γράψω μια προσωπική μου ιστορία -ας πούμε μια ερωτική απογοήτευση- εκατομμύρια ερωτικές απογοητεύσεις, ποιον ενδιαφέρει αυτό; Όμως αν γράψω μ' έναν τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης να πει: "σα να το 'χω ζήσει αυτό, σα να είναι δική μου υπόθεση..." το καταλάβατε; Πρέπει να σβήσουμε το πρόσωπο μας μεσ' στο έργο μας. Μόνο τότε μπορούμε να φτιάξουμε κάτι. Αν καθίσουμε και χτυπιόμαστε και κλαίμε με τα προσωπικά μας συναισθήματα δεν πρόκειται να φτιάξουμε τίποτα.

-Ποιες είναι οι παράμετροι; Τι πρέπει να έχει ένα ποίημα για να πάψει να λέγεται προσωπικό; Πως να είναι;
—Δεν μπορώ να διδάξω την ποίηση. Δεν ξέρω τι είναι η ποίηση, κι αυτό εκφράζω με "Τα αντικλείδια" κλπ. Δεν υπάρχει ορισμός της ποίησης.


[…]

Εν πάση περιπτώσει να χρησιμοποιήσω πάλι τη λέξη αντικλείδι. Να πω ότι η ποίηση είναι το "αντικλείδι" -για να αναφερθώ στο ποίημα σας- για την κατανόηση του κόσμου;

—Έχω ξαναπεί πως μέσα στην ποίηση υπάρχει η αυθεντική ιστορία του κόσμου, η μη παραχαραγμένη ιστορία, διότι η αυθεντική ιστορία δεν έχει γραφτεί ακόμα -αν εξαιρέσουμε τον Θουκυδίδη. Αλλά η ποίηση τα λέει όλα και οι εποχές έχουν σωθεί μέσα απ' την ποίηση, αλλά και η ουσία των πραγμάτων, και η μνήμη των πραγμάτων, και τα πάντα υπάρχουν μέσα στην παγκόσμια ποίηση που έχει γραφτεί.
[…]

Και ποιος είναι τώρα ο ρόλος του ποιητή; Ο ποιητής πρέπει να έχει πράγματα να εμπνέεται. Σε μια τέτοια κοινωνία που δεν είναι ωραία;
—O ποιητής δεν μπορεί ν' ανατρέψει τίποτα. Απλώς γράφει τα ποιήματα του. Δεν μπορεί να ανατρέψει τα πράγματα του κόσμου. Αυτό έχει φανεί μέσα στους αιώνες. Εάν ανέτρεπε η ποίηση αυτά που δεν είναι καλά για τον άνθρωπο, δηλ. ο πόλεμος, μετά την Ιλιάδα δεν έπρεπε να γίνεται πόλεμος. Ο Όμηρος μας είπε τη φρίκη του πολέμου, τα πάθη των ανθρώπων μέσ' στον πόλεμο, όλα αυτά μας τα είπε, αλλά ο άνθρωπος δεν έβαλε μυαλό. -Επίσης χρειάζεται πίστη. Αν δεν πιστεύεις στον κόσμο, στο αύριο, γιατί ν' ασχολείσαι; -O ποιητής είναι αφοσιωμένος στη ζωή. Είτε η ζωή είναι έτσι ή αλλιώς, είναι αφοσιωμένος. Διότι είναι πλάσμα αγάπης ο ποιητής. Δεν μπορεί να γράψει αν δεν αγαπήσει τη Φύση, τους Συνανθρώπους του, τη Ζωή την ίδια. Τα ποιήματα δεν γράφονται με μίσος. Μπορεί να εκφράσουν το μίσος πολλές φορές, αλλά δεν γράφονται με μίσος αλλά με αγάπη και με πίστη στον άνθρωπο.

[…]

-Mπορεί η Ποίηση να γίνει ο καταλύτης που θα οδηγήσει και τον γράφοντα αλλά και τον αναγνώστη, στη Λύτρωση απ' τις αγωνίες και τα ερωτήματα;

—Δεν ξέρω αν οι αναγνώστες μπορούν να λυτρωθούν, αλλά μπορούν να συγκινηθούν και να μαγευτούν και να προσεγγίσουν μια Αλήθεια μέσα από έναν ποιητή. Οι ποιητές είναι δυστυχισμένα πλάσματα που παλεύουν μέρα νύχτα να εκφράσουν το ανέκφραστο και το πιο δύσκολο.

------------------------------------------------------------------------------------------------------
1. Αν ό,τι λέμε ποίηση δεν είναι μόνο και τόσο το άθροισμα των εκατομμυρίων ποιημάτων που γράφτηκαν πάνω στη γη, αλλά προπάντων ο ρυθμός που συνέχει τον μέσα και τον έξω κόσμο (το μοναχικό τραγούδι των Μουσών στο προοίμιο της Θεογονίας του Ησιόδου), τότε η τύχη του ποιήματος εξαρτάται από το κατά πόσον αναπολεί και ανακαλεί αυτόν τον κρυφό ρυθμό, που κάποτε γίνεται και ονειρικός εφιάλτης. Ας πούμε λοιπόν πως το κάθε ποίημα είναι ένα βέλος μοναχικό που σκοπεύει το ρυθμικό κέντρο του κόσμου και φαντάζεται πως είναι και μοναδικό, σημάδι και σύμβολο, εκείνης της κρυμμένης ποίησης. Αν καθ' οδόν πολλαπλασιάζεται, τούτο συμβαίνει γιατί ο ποιητής αισθάνεται πως η βολή κάπως και κάπου αστόχησε, και ξαναδοκιμάζει.
Το παράκανα ίσως με τις μεταφορές και τις παραβολές, προσπαθώντας να πω πως Τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου πρέπει πρώτα να ακουστούν μόνα τους: ως δοκιμές για να οριστεί το άπιαστο είδωλο της ποίησης και το φάντασμα του ενός ποιήματος. Κι αυτή, νομίζω, είναι η πρώτη αρετή τους.

Δ.Ν. Μαρωνίτης, «Τα αντικλείδια της ποίησης», Διαλέξεις, Στιγμή, 1992, σ. 135-151



2. Τόσο στα Αντικλείδια όσο και στον Αίνο άμμο, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με ποιήματα ποιητικής, τα περισσότερα από τα οποία αποπνέουν την αίσθηση του ανικανοποίητου και του φευγαλέου, του χειροπιαστού -σώματος ή πράγματος- που όμως ξαφνικά εξαϋλώνεται και εξαφανίζεται, από κοντινό και οικείο γίνεται μακρινό και απρόσιτο, από φιλικό γίνεται απροσδόκητα άφιλο ή και εχθρικό ακόμη, κάποτε μάλιστα γίνεται επίβουλα εχθρικό, όπως συμβαίνει συνήθως με το εκάστοτε γραφόμενο -τη στιγμή που γράφεται- ποίημα.

Κώστας Παπαγεωργίου, «Ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος», Γράμματα και Τέχνες, ό.π.,σ. 29-30.



3. Ας πάρουμε ως πρώτο παράδειγμα το ποίημα του «Τα Αντικλείδια» από την ομώνυμη συλλογή του. Ο Παυλόπουλος γράφει:
Πολλά έχουν γραφεί για αυτό το ποίημα. Αυτό όμως είναι εντελώς φυσικό, γιατί ένα ποίημα που έχει ως θέμα την υφή της ίδιας της ποίησης αναπόφευκτα θα τραβήξει το ενδιαφέρον των κριτικών και θεωρητικών της ποίησης. Αλλά το ποίημα δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις στα ερωτήματα για την φύση της ποίησης που απασχολούν και τον ίδιο τον ποιητή. Οι δυσκολίες γίνονται μεγαλύτερες καθ' όσον προσπαθούμε να διατυπώσουμε τις ιδέες του ποιητή για τη φύση της ποίησης ανεξάρτητα από το ποίημα. Έτσι πολλοί, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τις ιδέες του ποιητή ανεξάρτητα από το ποίημα, έχουν αντιμετωπίσει ερωτήσεις που φαίνονται αναπάντητες. Αν η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, γιατί χρειαζόμαστε αντικλείδια; Αν η ποίηση είναι πόρτα, σε τι είναι πόρτα; Όταν κοιτάμε μέσα, σε τι μέσα κοιτάμε;
Ίσως όμως κάτι μπορεί να καταλάβουμε από το νόημα του ποιήματος χωρίς να απαντήσουμε όλες αυτές τις ερωτήσεις. Η ποίηση, μας λέει ο ποιητής, είναι μια πόρτα ανοιχτή. Μερικοί συναντούν την πόρτα και την προσπερνούν. Δεν κοιτάζουν για τίποτα, αλλά ούτε και βλέπουν τίποτα. Αυτοί όμως που βλέπουν κάτι και που συναρπάζονται από τη μαγεία του, προσπαθούν να μπουν μέσα - προσπαθούν να δουν περισσότερα. Η πόρτα (η ποίηση) τότε κλείνει και δεν υπάρχει κλειδί γι' αυτήν. Αναπόφευκτα μερικοί χάνουν όλη τους τη ζωή ψάχνοντας για το ανύπαρκτο κλειδί που θα τους ανοίξει την πόρτα της ποίησης - θα τους επιτρέψει να εννοήσουν τη φύση της. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι αντικλείδια - δηλαδή, ποιήματα. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μας του ποιητικού κόσμου, αυτό που προσπαθούμε να αρπάξουμε με το μάτι μας όταν κοιτάμε μέσα, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τα ποιήματα που δημιουργούμε.

Γιώργος Αναγνωστόπουλος, «Γιώργης Παυλόπουλος - Ποιητής ολίγων λέξεων και πολλών ιδεών», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ.-Μάιος 1998, σ. 31 -36.



4. Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι, να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας.
Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος, τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να την φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν μια πόρτα ανοιχτή.

«Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλάει για την ποίηση και το έργο του», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ.-Μάιος 1998, σ. 24-26


5. Και τώρα μπορώ να πω ότι θεωρώ τον Γιώργη Παυλόπουλο ένα πολύ σημαντικό ποιητή γιατί πέρα από θαυμάσιους στίχους και εξαίσια ποιήματα έχει ντύσει ένα ολόκληρο ποιητικό έργο, έναν πολυδιάστατο ποιητικό κόσμο. Ο Παυλόπουλος δεν μας αναγκάζει να διαρρήξουμε τις πόρτες αυτού του κόσμου. Ούτε όμως αφήνει πάντα τις πόρτες του ανοιχτές. Μας δίνει τα αντικλείδια, όπως λέει ο ίδιος, για να μπούμε μέσα του, να τον αναγνωρίσουμε, να δούμε ότι οι πόρτες του είναι άπειρες, και να ξαναβγούμε στο δικό μας κόσμο πολύ πιο πλούσιοι από πριν.

Τίτος Πατρίκιος, «Ο Γιώργης Παυλόπουλος και τα αντικλείδια της ποίησης», Γιώρ¬γης Παυλόπουλος Νέο Επίπεδο, Μάρτιος 1995, σ. 3-8


6. Η μετακίνηση του Παυλόπουλου από τη συμβολική διαστρωμάτωση του ποιητικού μύθου, στην παραβολική διαχείριση του, που ήδη αναγνωρίζεται εύκολα στα ποιήματα των «Αντικλειδιών» και στα επόμενα, νομίζω ότι σχετίζεται άμεσα με την ταυτόχρονη μετάβαση του από το ποίημα-γεγονός, έστω και αν αυτό λειτουργεί μέσα σε μια συστοιχία άλλων ομοειδών ποιημάτων, στο ποίημα εκείνο όπου η δοκιμασία του δημιουργού της ποιητικής σύνθεσης αποτελεί την κυρίως υπόθεση του ποιήματος. Κατ' αναλογία, εξασθενίζουν οι ιστορικές συνδηλώσεις απ' όπου άλλα προγενέστερα συνήθως ποιήματα αντλούσαν τη δραματική τους απόγευση και, αντίθετα, δυναμώνουν οι αποστασιοποιητικοί μηχανισμοί, ενεργοποιώντας συνάμα τη φαντασία του ποιητή η οποία και καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο χώρο ως προς τα όρια της συμμετοχής της στη διαμόρφωση του ποιήματος. Είναι αυτό που διαπιστώνει αμέσως ο αναγνώστης, διαβάζοντας «Τα αντικλείδια», με τη μυθική ατμόσφαιρα να εξαρτάται όλο και πιο λίγο από τις προποιητικές εμπειρίες, ενώ οι σκηνοθετικοί χειρισμοί του ποιητή, είναι αυτοί που υποβάλλουν στον αναγνώστη τα ερωτήματα που τον έχουν ήδη δοκιμάσει.

Αλέξης Ζήρας, «Ο καθρέφτης ως σύμβολο του μεταιχμίου. Μια ανασκευή του μύθου στην ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου», Νέο Επίπεδο, ό.π., σ. 3-10.


7. Το ποίημα είναι αφήγηση ενός προσώπου - δεν ενδιαφέρει νομίζω αν ταυτίζεται ή όχι με τον ποιητή• η αφήγηση δεν αφορά ένα συγκεκριμένο συμβάν, αλλά μια επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες διαδικασία απόπειρας να παραβιασθεί η ανοιχτή πόρτα της ποίησης. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν εμφανίζεται στο ποίημα ως υποκείμενο ενός άμεσου πρώτου ρηματικού προσώπου- τα όσα λέγει διεκδικούν την εγκυρότητα του αντικειμενικού, αυτού που αορίστως επαναλαμβανόμενο συμβαίνει και που περιγράφεται στο ποίημα από ένα πρόσωπο που διαθέτει μία συνολική εποπτεία στον χώρο - που είναι ο κόσμος -το σύμπαν- και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος.

[...] Αλλά ας επιστρέψουμε στην αναζήτηση του κλειδιού. Το κλειδί είναι ένα - τα αντικλείδια πολλά, όμως, Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος. Το βάθος είναι απροσπέλαστο; Αυτό σημαίνει ότι η ποίηση δεν μπορεί να κατακτηθεί ως ουσία; Ας θυμηθούμε την πλατωνική αντίληψη για το σπήλαιο• μόλις βγουν οι ψυχές απ' αυτό και αντικρύσουν το φως της ιδέας, τυφλώνονται από την λάμψη του• στιγμιαία μόνο μπορούν να το κοιτάξουν.
Τα ποιήματα είναι αντικλείδια δεν είναι κλειδιά• είναι αντικλείδια• -για ν' ανοίξουμε την πόρτα, που είναι ανοιχτή όσο δεν θέλουμε να την διαβούμε και που κλείνει, όταν θελήσουμε να την περάσουμε-. Αναζητούμε την μαγεία της ποίησης και μόλις θελήσουμε να γίνουμε κοινωνοί της, η πόρτα κλείνει, όπως όταν πας σε μια πηγή να ξεδιψάσεις και εκείνη στερεύει, όπως δηλ. σε ένα εφιάλτη - επομένως ο ποιητής είναι ένας εξόριστος από τον κόσμο της ποιητικής μαγείας. Ανήκει όμως σ' αυτόν γι' αυτό και η αγωνιώδης προσπάθεια να διαβεί την κλειστή της πόρτα. Επομένως η Ποίηση δεν είναι το σύνολο των ποιημάτων που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος• είναι αυτό που ποτέ δεν ειπώθηκε και ούτε πρόκειται ποτέ να ειπωθεί.
Το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε (κύκλος). Η Ποίηση είναι μια πόρ¬τα ανοιχτή• η πρόσκληση ανανεώνεται• η περιπέτεια δεν έχει τέλος• η πόρτα θα ξανακλείσει, αλλά θα παραμένει ανοιχτή. Αντίφαση λογική, όχι όμως ποιητική, ούτε φιλοσοφική:
Ξυνόν γαρ αρχή και πέρας επί κύκλου περιφερείας
[Ηράκλειτος]



Ποιες αντιλήψεις του ποιητή για την Ποίηση εκφράζονται στο ποίημα;

Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο της ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι, να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας.
Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος, τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να την φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν μια πόρτα ανοιχτή.

«Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλάει για την ποίηση και το έργο του», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ-Μάιος 1998, σ.24-26

Ο Παυλόπουλος έχοντας υπηρετήσει για χρόνια την ποίηση κατανοεί τη δυσκολία που υπάρχει αφενός στο να οριστεί η τέχνη αυτή κι αφετέρου στο να δημιουργηθεί ένα αξιόλογο ποιητικό έργο. Παρά την προσπάθεια του ποιητή, κάθε ποιητή, κάποιες φορές το έργο που προκύπτει δεν είναι παρά μια ατελής απόπειρα ή όπως θα το αποκαλούσε ο Παυλόπουλος, ένα Αντικλείδι. Η ουσία της ποίησης συχνά διαφεύγει, παρά την ύπαρξη καλών προθέσεων από τη μεριά του δημιουργού ή του απλού αναγνώστη. Ο Παυλόπουλος διακρίνει αυτούς που προσεγγίζουν την ποίηση σ’ εκείνους που κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν και σ’ εκείνους που βλέπουν μα συνειδητοποιούν ότι η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι άνθρωποι που δεν μπορούν να κατανοήσουν τη μαγεία της ποίησης και που ποτέ δεν ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή, ενώ στη δεύτερη ανήκουν εκείνοι που νιώθουν την αξία της ποίησης και που επιχειρούν να εκφραστούν μέσω αυτής.
Η πόρτα της ποίησης επομένως είναι ανοιχτή, καθώς η ποίηση είναι πάντοτε εκεί για να μας προσφέρει την αισθητική απόλαυση, τον προβληματισμό και τη χαρά της δημιουργίας. Η πόρτα της ποίησης, παράλληλα, είναι κλειστή καθώς τα μυστικά της ποιητικής δημιουργίας δεν μπορούν να αποκαλυφθούν όσο κι αν προσπαθεί κανείς. Η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιος εύκολος τρόπος για να μπορέσει κάποιος να φτάσει στα ύψη αυτής της τέχνης ή έστω να φτάσει στο σημείο να μπορεί να δηλώνει ποιητής.
Όπως ο Καβάφης δηλώνει «Εἰς σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως» θέλοντας να τιμήσει την τέχνη του και να εκφράσει την ιδιαίτερη αξία που έχει η ποίηση στη ζωή του, έτσι και ο Παυλόπουλος με τα Αντικλείδια έρχεται να αποδώσει φόρο τιμής στην τέχνη του και να εκφράσει τις δυσκολίες που βίωσε ως τεχνίτης του λόγου στην προσπάθειά του να κατακτήσει την τέχνη του.


Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»

Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που «αφηγείται»;


Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου είναι κυρίως αφηγηματική καθώς η συνήθης τάση του ποιητή είναι να περνά το μήνυμά του μέσα από την οπτική γωνία ενός αφηγητή που μας διηγείται την ιστορία του ή μια ιστορία. Τα ποιήματά του, επομένως, αποτελούν σύντομες διηγήσεις, όπου συναντάει κανείς μια υποτυπώδη πλοκή και αρκετά ενδιαφέρουσες ανατροπές. Τις ιστορίες του μάλιστα ο ποιητής της παρουσιάζει συνήθως υπό τη μορφή εικόνων ή κινηματογραφικών πλάνων, φροντίζοντας να μας καθοδηγεί κάθε φορά στη δημιουργία της κατάλληλης εικόνας, ώστε να δούμε το ξεδίπλωμα της ιστορίας όπως ο ίδιος το έχει πλάσει στη σκέψη του. Είναι ενδιαφέρον παράλληλα το γεγονός ότι ο Παυλόπουλος δεν επιδιώκει να μεταφέρει την ιστορία του με τη χρήση ενός αμιγώς λυρικού λεξιλογίου, απεναντίας προτιμά τις απλές καθημερινές λέξεις, δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση οικειότητας στον αναγνώστη. Στα Αντικλείδια συναντάμε στίχους όπως: «κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι», στους οποίους κυριαρχεί η καθημερινή φράση και το ύφος είναι περισσότερο πεζολογικό παρά ποιητικό. Σημασία, άλλωστε, για τον ποιητή έχει να περάσει το μήνυμά του και όχι να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με τη λεξιλογική του εμβρίθεια και τη δυνατότητά του να χειρίζεται τον ποιητικό λόγο. Ο Παυλόπουλος ανήκει στους ποιητές που δε νιώθουν την ανάγκη να μεγαλουργήσουν σε λυρικό επίπεδο, καθώς πιστεύουν ότι εκείνο που έχουν να μοιραστούν με τους αναγνώστες τους, σε επίπεδο περιεχομένου, είναι σαφώς σημαντικότερο. Για το λόγο αυτό η ιστορία του ποιήματος μας δίνεται με λιτό τρόπο, σχεδόν σαν να μας μιλά ο ποιητής και επικεντρώνεται περισσότερο στην ουσία του μεταφερόμενου μηνύματος.
Στο συγκεκριμένο ποίημα η ιστορία που μας παρουσιάζεται αναφέρεται στις προσπάθειες που γίνονται διαχρονικά από τους ποιητές να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης για να μπορέσουν να εισέλθουν στον ποιητικό κόσμο που τόση μαγεία έχει να προσφέρει στους μυημένους. Οι προσπάθειες αυτές έχουν ξεκινήσει από τότε που υπάρχει ο κόσμος μα δεν είναι επιτυχείς καθώς η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή.
Η ιστορία αυτή μας δίνεται από έναν αφηγητή που έχει συνολική εποπτεία τόσο του χώρου όσο και του χρόνου των προσπαθειών που έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται για να ανοιχτεί η πόρτα της ποίησης. Η γνώση του αφηγητή σχετικά με την αξία της ποίησης και τις τόσες προσπάθειες που γίνονται από τους ποιητές για να μπορέσουν να κατακτήσουν τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που αφηγείται δεν μπορεί παρά να έχει ασχοληθεί σε μεγάλο βαθμό με την ποίηση και πιθανότατα να είναι και ο ίδιος ένας ποιητής. Ενδεικτικό, ως προς την άμεση σχέση του αφηγητή με την ποιητική δημιουργία, είναι το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του σε αυτούς που προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης: «Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.» Ο αφηγητής μιλώντας για τις διαχρονικές προσπάθειες των ποιητών δε λέει για να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης, αλλά επιλέγει να πει για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης, εντάσσοντας και τον εαυτό του σε αυτούς που επιχειρούν ή έστω ενδιαφέρονται πάρα πολύ για το άνοιγμα της σημαντικής αυτής πόρτας. Άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο μιλά για τις αγωνιώδεις προσπάθειες των ποιητών να δημιουργήσουν το κατάλληλο αντικλείδι, αποκαλύπτει μια εναργέστερη εμπλοκή με την προσπάθεια αυτή και μια ιδιαίτερη γνώση της αφοσίωσης και της αποφασιστικότητας που χαρακτηρίζει όσους υπηρετούν την ποιητική τέχνη

Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»

Στο ποίημα χρησιμοποιείται το σχήμα του κύκλου: ο πρώτος στίχος κλείνει και το ποίημα. Πώς συμβάλλει το σχήμα αυτό στη μετάδοση της βασικής ιδέας του ποιήματος;

Ο ποιητής ξεκινά με την παραδοχή ότι η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, θέλοντας να δηλώσει τη διαρκή παρουσία της στη ζωή μας. Η ποίηση είναι πάντοτε στη διάθεσή μας είτε για να μας συγκινήσει μέσω της δημιουργίας κάποιου άλλου ανθρώπου είτε για να αποτελέσει το δικό μας μέσο έκφρασης. Βέβαια, όπως μας εξηγεί ο ποιητής, λίγοι είναι αυτοί που θα κοιτάξουν μέσα από την πόρτα της ποίησης και πραγματικά θα δουν τι έχει να τους προσφέρει. Όσοι όμως αντικρίσουν τα θέλγητρα της ποίησης θα συνειδητοποιήσουν ότι η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή και δεν μπορεί να ανοίξει καθώς κανείς δε γνωρίζει που βρίσκεται το κλειδί. Όσοι πραγματικά νιώσουν τη δύναμη και την αξία της ποίησης, συνειδητοποιούν παράλληλα το πόσο δύσκολο είναι να κατακτήσει κανείς την τέχνη αυτή και παρόλο που πολλοί από αυτούς αφιερώνουν ολόκληρη τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν το ιδανικό ποίημα που θα αποτελέσει το αντικλείδι που θα τους επιτρέψει να εισέλθουν στον κόσμο της ποίησης, τελικά αντιλαμβάνονται ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.
Ο αρχικός στίχος του ποιήματος με το κάλεσμα της ανοιχτής πόρτας δίνει την ευκαιρία στους ανθρώπους να δουν τη μαγεία της ποίησης, ενώ το κλείσιμο της πόρτας στη συνέχεια τους ωθεί σε μια διαρκή προσπάθεια ποιητικής δημιουργίας ώστε να ανοίξουν εκ νέου τη μαγική αυτή πόρτα. Η διαπίστωση ότι κανείς δεν κατόρθωσε να φτιάξει το αντικλείδι που θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα, παρά τις προσπάθειες των ποιητών από την αρχή του κόσμου, οδηγεί σε μια ματαίωση του διαχρονικού αυτού δημιουργικού ταξιδιού και θέτει ένα τέλος που μοιάζει αμετάκλητο. Ο ποιητής όμως επανέρχεται στο τέλος του ποιήματος με το ίδιο κάλεσμα: «Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.», για να δώσει το κέλευσμα μιας νέας αρχής. Η ποιητική δημιουργία είναι μια αέναη διαδικασία που δεν μπορεί να παύσει ή να ματαιωθεί, καθώς η ποίηση δεν είναι παρά το συνονθύλευμα όλων εκείνων των ποιητικών προσπαθειών που γίνονται ανά τα χρόνια από τους επίδοξους δημιουργούς.
Το σχήμα κύκλου επομένως λειτουργεί ως έναυσμα για την εκκίνηση ή τη συνέχιση της προσπάθειας, μιας και η ποίηση μπορεί να αποτελεί έναν δύσκολο ή σχεδόν απίθανο στόχο, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει οι ποιητές να εγκαταλείπουν τις προσπάθειές τους. Ο Παυλόπουλος άλλωστε αναφέρει: «Δεν μπορείς να εξηγήσεις πώς γίνεται ένα ποίημα. Ένα ποίημα προετοιμάζεται μέσα σου από τα παιδικά σου ακόμα χρόνια. Ένα άλλο προαισθάνεσαι να σε περιμένει στο στρίψιμο του δρόμου. Και πράγματι σε περιμένει. Ένα άλλο που δεν θα το γράψεις ποτέ, ξέρεις ότι θα το σκέφτεσαι ως την ώρα του θανάτου σου. Το ποίημα έρχεται και φεύγει, ξαναγυρίζει, ξαναφεύγει, ξαναγυρίζει. Μπορεί να περάσουν χρόνια ή μια ολόκληρη ζωή, παλεύοντας να πιάσεις τον ίσκιο ενός πουλιού». Για τον πραγματικό ποιητή η ενασχόληση με την ποίηση είναι μια διαδικασία χωρίς τέλος, που μπορεί να καταλήξει στη δημιουργία λίγων ή πολλών ποιημάτων, αλλά πάντοτε θα σημαδεύεται από την αδυναμία του ποιητή να φτάσει στην αποτύπωση εκείνου του ποιήματος που τον κατατρέχει για χρόνια και το οποίο θα αποτελούσε την ιδανική αποτύπωση των σκέψεών του. Η πόρτα της ποίησης είναι άλλωστε κλειστή.

Ετικέτες Ερωτήσεις ΚΕΕ Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»

Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»

Το ποίημα χαρακτηρίζεται από γλωσσική απλότητα και σαφήνεια, παρά το «φευγαλέο» νόημά του. Ποιοι εκφραστικοί τρόποι δημιουργούν αυτή την εντύπωση;

Ο Παυλόπουλος επιλέγει τη διαμόρφωση του ποιητικού του λόγου με τα πλέον σαφή και λιτά εκφραστικά μέσα. Η κυριαρχία των κύριων προτάσεων, η χρήση καθημερινών εκφράσεων και παράλληλα η σχεδόν πλήρης έλλειψη επιθέτων και σχημάτων λόγου προσφέρουν στην ποίηση του Παυλόπουλου μια εκπληκτική σαφήνεια. Ο αναγνώστης έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα λόγο πολύ κοντά στην καθημερινή ομιλία που του επιτρέπει την άμεση πρόσληψη του μεταφερόμενου μηνύματος, παρά το γεγονός ότι στην πραγματικότητα η προσέγγιση του ποιητικού νοήματος προσκρούει στην αινιγματική παρουσίαση της ποίησης. Ο Παυλόπουλος συχνά στην ποίησή του αναδεικνύει τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν ακόμη και σε έννοιες ή καταστάσεις που φαινομενικά δείχνουν ξεκάθαρες, ενώ παράλληλα αρέσκεται στην παρουσίαση δραματοποιημένων ιστοριών που καταλήγουν σε μια διλημματική ή και αινιγματική προσέγγιση.
Στα Αντικλείδια η πόρτα της ποίησης είναι ανοιχτή μα παράλληλα απροσπέλαστη καθώς στην πραγματικότητα δεν άνοιξε ποτέ. Ο βασικός προβληματισμός του ποιήματος, παρά το γεγονός ότι παρέχεται στον αναγνώστη με σαφή και λιτό τρόπο, παραμένει δυσεπίλυτος, καθώς πράγματι η πόρτα της ποίησης, δηλαδή η γνώση της ποιητικής τέχνης δεν είναι εύκολο να κατακτηθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ποίηση δεν είναι πάντοτε διαθέσιμη ως μέσο έκφρασης για κάθε πιθανό ενδιαφερόμενο.







Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»

Ποιοι είναι, κατά την άποψή σας, οι πολλοί που προσπερνούνε και ποιοι οι μερικοί που το μάτι τους κάτι αρπάζει (στ.2-3);

Η διάκριση που κάνει ο ποιητής ανάμεσα σε αυτούς που κοιτάζουν και αυτούς που πραγματικά βλέπουν, έχει να κάνει με την ιδιαίτερη φύση της ποιητικής τέχνης, η οποία απαιτεί από τον αναγνώστη μια αυξημένη ευαισθησία κι ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για να μπορέσει πραγματικά να εκτιμήσει όσα έχει να του προσφέρει μια τόσο εκλεπτυσμένη μορφή τέχνης. Η ποίηση δεν είναι προσιτή σε όλους υπό την έννοια ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο σ’ έναν αμύητο αναγνώστη να κατανοήσει και να αισθανθεί πλήρως την ομορφιά του ποιητικού λόγου αλλά και τις πνευματικές ανησυχίες που επιχειρεί να εκφράσει ο ποιητής. Είναι άλλωστε σύνηθες για κάποιους ποιητές να διατυπώνουν κεκαλυμμένα τα μηνύματα του ποιητικού τους λόγου, γεγονός που δυσχεραίνει την κατανόηση του έργου τους και αποθαρρύνει τους αναγνώστες που δεν είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν χρόνο στην πρόσληψη της ποίησης. Επομένως, εκείνοι που προσπερνούν χωρίς να δουν κάτι είναι οι άνθρωποι που δεν εκτιμούν τη μαγεία της ποιητικής τέχνης, καθώς δεν έχουν τη διάθεση ή την δυνατότητα να ασχοληθούν σε βάθος με μια τέχνη που συχνά αντιστέκεται στην επιφανειακή προσέγγιση και δε χαρίζει εύκολα τα μυστικά της δώρα. Ενώ, οι μερικοί, οι λίγοι που νιώθουν τη δύναμη του ποιητικού λόγου είναι είτε οι αναγνώστες που αγαπούν την τέχνη αυτή είτε οι ίδιοι οι υπηρέτες της ποιητικής τέχνης, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να αφιερώσουν τη ζωή τους σε μια προσπάθεια να κατακτήσουν τα μυστικά της τέχνης τους. Και είναι λίγοι εκείνοι που πραγματικά βλέπουν μέσα από την πόρτα της ποίησης, καθώς πρόκειται για μια τέχνη που απαιτεί πολύ χρόνο και πολλή προσπάθεια για να μπορέσει κάποιος να εξοικειωθεί με τις ιδιαίτερες εκφάνσεις της και να εκτιμήσει πλήρως την αξία της. Και είναι ακόμη λιγότεροι εκείνοι που θα επιλέξουν να την υπηρετήσουν ως δημιουργοί, καθώς είναι μια τέχνη που δύσκολα θα προσφέρει στο δημιουργό της την αίσθηση της επιτυχίας και της δικαίωσης, μιας και ο δρόμος που οδηγεί στην αλήθεια της είναι απαιτητικός και απρόσιτος.


Στο ποίημα αυτό κυριαρχούν οι κύριες προτάσεις. Ποια είναι η αισθητική τους λειτουργία;

Ο ποιητικός λόγος του Παυλόπουλου στα Αντικλείδια χαρακτηρίζεται από μια συνεχή εναλλαγή αυτοτελών νοημάτων που του προσδίδουν ένα γοργό ρυθμό αφήγησης. Η κυριαρχία των κύριων προτάσεων, επομένως, ενισχύει την προσπάθεια του ποιητή να διατυπώσει με σαφήνεια και απλότητα το μήνυμά του. Ο ποιητής δεν επιθυμεί να αποκρύψει τη σκέψη του ούτε να δυσκολέψει τον αναγνώστη μέσα από δυσνόητες κι ελλειπτικές διατυπώσεις, γι’ αυτό και επιλέγει την εκφραστική καθαρότητα που του προσφέρουν οι κύριες προτάσεις. Άλλωστε, η απλότητα του ποιητικού του λόγου δε σημαίνει παράλληλα και απλότητα στις σκέψεις που διατυπώνει κι αυτό είναι που κάνει τα ποιήματά του τόσο ενδιαφέροντα. Ο Παυλόπουλος δημιουργεί με λιτά εκφραστικά μέσα τα ποιητικά του αινίγματα που καλούν τον αναγνώστη σε μια καίρια πνευματική αναζήτηση απαντήσεων.
Οι κύριες προτάσεις με τη νοηματική τους σαφήνεια επιτρέπουν στον αναγνώστη να εισχωρήσει στο αφηγηματικό ξεδίπλωμα του ποιήματος και να εμπλακεί στην αναζήτηση του ποιητή. Δημιουργούν, παράλληλα, μια αίσθηση οικειότητας καθώς ο λόγος του ποιητή ακούγεται απλός και καθημερινός, χωρίς την ποιητικότητα εκείνη που κάποτε δυσχεραίνει την κατανόηση του νοήματος και αποθαρρύνει τους αναγνώστες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου